Η αγορά ενός δεύτερου ακινήτου σε έναν δημοφιλή προορισμό αποτελούσε για πολλά χρόνια επιλογή που απαιτούσε υψηλά κεφάλαια, σημαντικά λειτουργικά έξοδα και, συχνά, περιορισμένη πραγματική χρήση μέσα στη χρονιά, γεγονός που τα τελευταία χρόνια έχει στρέψει το ενδιαφέρον προς εναλλακτικές λύσεις όπως η συνιδιοκτησία.
Συγκεκριμένα, για αρκετούς ιδιοκτήτες ακινήτων ένα εξοχικό παραμένει κλειστό το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, ενώ τα έξοδα συντήρησης, φορολογίας και διαχείρισης συνεχίζουν να «τρέχουν». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συνιδιοκτησία πολυτελών ακινήτων αναδεικνύεται ως ένα διαφορετικό μοντέλο ιδιοκτησίας που αρχίζει να κερδίζει έδαφος διεθνώς.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η λεγόμενη co – ownership ή fractional ownership προτείνει μια εναλλακτική προσέγγιση στην απόκτηση εξοχικής κατοικίας. Αντί ένας ιδιοκτήτης να αναλαμβάνει μόνος του το πλήρες κόστος ενός ακινήτου που χρησιμοποιεί για λίγες μόνο εβδομάδες τον χρόνο, το ακίνητο αποκτάται από περισσότερους συνιδιοκτήτες, οι οποίοι μοιράζονται τόσο τα έξοδα όσο και τον χρόνο χρήσης του.
Η λογική όπως περιγράφεται από τις εταιρίες που δραστηριοποιούνται διεθνώς στο κλάδο είναι απλή. Γιατί να επωμιστεί κανείς το 100% του κόστους ενός ακινήτου, όταν το χρησιμοποιεί μόνο για ένα μικρό μέρος του χρόνου.
Πώς λειτουργεί το μοντέλο συνιδιοκτησίας
Η συνιδιοκτησία ακινήτων, όπως μας αναφέρει η Owners που δραστηριοποιείται στην ελληνική αγορά, βασίζεται στη διαίρεση ενός ακινήτου σε μερίδια ιδιοκτησίας. Οι ενδιαφερόμενοι αγοράζουν ένα ποσοστό του ακινήτου και αποκτούν αντίστοιχο δικαίωμα χρήσης. Το ακίνητο ανήκει σε μια εταιρεία ειδικού σκοπού (SPV – Special Purpose Vehicle). Οι αγοραστές αποκτούν μερίδια της εταιρείας και έτσι συμμετέχουν στην ιδιοκτησία του ακινήτου.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η δομή λειτουργεί, σύμφωνα με το μοντέλο της Owners, ως εξής:
- κάθε ακίνητο μπορεί να έχει έως έξι συνιδιοκτήτες
- τα μερίδια πωλούνται σε κλάσματα του ενός έκτου
- κάθε επενδυτής μπορεί να αποκτήσει έως 50% της ιδιοκτησίας
- κάθε μερίδιο αντιστοιχεί σε έως 56 νύχτες χρήσης τον χρόνο
Οι ιδιοκτήτες μπορούν να οργανώνουν τη διαμονή τους μέσω ειδικής εφαρμογής, ενώ υπάρχει δυνατότητα ενοικίασης του ακινήτου όταν δεν χρησιμοποιείται. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά μοντέλα timeshare, η συνιδιοκτησία αφορά πραγματική ιδιοκτησία ενός περιουσιακού στοιχείου και όχι απλώς δικαίωμα χρήσης συγκεκριμένων εβδομάδων.
Η συνιδιοκτησία δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό μοντέλο, αλλά μια αγορά που αναπτύσσεται διεθνώς. Τα μοντέλα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον αριθμό συνιδιοκτητών, τον τρόπο διαχείρισης των ακινήτων, τη χρήση και τις δυνατότητες μεταπώλησης των μεριδίων, όμως όλα βασίζονται στην ίδια βασική ιδέα: τη διαίρεση της ιδιοκτησίας ενός ακινήτου σε μερίδια.
Τι δείχνουν οι έρευνες στην Ευρώπη
Η αυξανόμενη παρουσία εταιρειών στον χώρο αντανακλά και το ενδιαφέρον των αγοραστών. Σύμφωνα με το European Housing Trend Report 2023 της RE/MAX, το ενδιαφέρον για τη συνιδιοκτησία κατοικιών εμφανίζεται ιδιαίτερα αυξημένο στην Ευρώπη.
Τα βασικά ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι:
- 65% των Ευρωπαίων δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται για το μοντέλο της συνιδιοκτησίας
- 67% των Ελλήνων εμφανίζονται θετικοί στο συγκεκριμένο μοντέλο
- η Ελλάδα κατατάσσεται 9η στην Ευρώπη ως προς το ενδιαφέρον για co-ownership
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι το μοντέλο προσελκύει κυρίως νεότερες ηλικίες. Πάνω από 80% των ατόμων κάτω των 25 ετών θεωρούν τη συνιδιοκτησία μια βιώσιμη επιλογή για την απόκτηση κατοικίας.
Οι βασικοί λόγοι που αναφέρουν οι ερωτώμενοι είναι η μείωση του οικονομικού κόστους, η δυνατότητα απόκτησης δεύτερης κατοικίας, η μείωση των οικονομικών κινδύνων και η κατανομή των ευθυνών συντήρησης. Παράλληλα, περίπου 12,6% των Ευρωπαίων βλέπουν τη συνιδιοκτησία και ως τρόπο διαφοροποίησης των επενδύσεών τους.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2023, τα νοικοκυριά στην Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύουν περίπου 9,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους σε κατοικίες, ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό βρίσκεται στο 5,3%.
Η δυναμική της ελληνικής αγοράς
Η Ελλάδα θεωρείται από τις αγορές που παρουσιάζουν σημαντικές προοπτικές για την ανάπτυξη της συνιδιοκτησίας. Σύμφωνα με την Owners, η χώρα συνδυάζει ισχυρή διεθνή τουριστική ζήτηση, αυξανόμενο ενδιαφέρον για πολυτελείς εξοχικές κατοικίες και υψηλή ζήτηση από ξένους αγοραστές. Επίσης περιοχές υψηλής αξίας όπως η Αθηναϊκή Ριβιέρα και τα νησιά αποτελούν τους κύριους πόλους έλξης για τέτοιου είδους επενδύσεις, όπου η αξία των ακινήτων σημειώνει ανοδική πορεία.
Ταυτόχρονα, η παραδοσιακή ιδιοκτησία δεύτερης κατοικίας χαρακτηρίζεται συχνά από υψηλό αρχικό κεφάλαιο, σημαντικά έξοδα μεταβίβασης, λειτουργικά κόστη και περιορισμένη πραγματική χρήση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνιδιοκτησία παρουσιάζεται ως ένα πιο ευέλικτο μοντέλο πρόσβασης σε ακίνητα υψηλής αξίας.
Το μοντέλο προσφέρει μια σειρά από πρακτικά οφέλη για τους ιδιοκτήτες όπως μεταξύ άλλων απόκτηση πολυτελούς κατοικίας με κλάσμα του συνολικού κόστους, κατανομή των λειτουργικών εξόδων μεταξύ των συνιδιοκτητών, επαγγελματική διαχείριση του ακινήτου. Επίσης δυνατότητα ενοικίασης όταν το ακίνητο δεν χρησιμοποιείται και δυνατότητα μεταπώλησης του μεριδίου.
Σε μια περίοδο όπου οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται και η διαχείριση ενός εξοχικού γίνεται όλο και πιο απαιτητική, η συνιδιοκτησία εμφανίζεται ως μια εναλλακτική προσέγγιση που συνδυάζει επένδυση, χρήση και επαγγελματική διαχείριση. Για πολλούς ενδιαφερόμενους, αποτελεί έναν διαφορετικό δρόμο προς την απόκτηση μιας δεύτερης κατοικίας σε προορισμούς υψηλής αξίας.