Σκέφτηκα το ενδεχόμενο να το σκάσω για τη γειτονική πόλη ενώ κοιμόταν, αλλά δεν είχα χρήματα και φοβόμουν ότι θα καλούσε την αστυνομία επειδή έφυγα, και ότι ίσως με εντόπιζαν ως αγνοούμενο άτομο. Δεν ξέρω πως βρήκα τη δύναμη να αντέξω εκείνες τις ημέρες, αισθανόμουν όμως μια παρουσία που με βοήθησε να παραμείνω ζωντανή.
Γύρισα πίσω αεροπορικώς μαζί του. Παρέμενα ήρεμη και φυσιολογική, όσο θα μπρούσε να είναι κανείς υπό αυτές τις συνθήκες και όταν γύρισα σπίτι, κάθισα, ζαλισμένη, σαν ζόμπι.
Ήξερα ότι η ζωή μου ήταν σε άμεσο κίνδυνο, είχε εξομολογηθεί ότι ήθελε να με σκοτώσει».
«Ο δράστης με νάρκωσε μέσα στο σπίτι μου τις επόμενες τέσσερις εβδομάδες. Δεν ξέρω αν με βίασε εκεί το διάστημα εκείνο, θυμάμαι μόνο να συνέρχομαι στο αυτοκίνητο στην ξένη χώρα και την απόδρασή μου, η οποία θα συνέβαινε τις επόμενες ημέρες. Δεν ξέρω γιατί δεν με νάρκωσε στο εξωτερικό. Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι μου χορήγησε ναρκωτικό, και ότι δεν μπορούσε να ταξιδέψει με αυτό» περιέγραψε ακόμα.
Γιατί δεν μίλησε για τον βιασμό
Η Duffy είπε ότι δραπέτευσε, αλλά δεν έδωσε λεπτομέρειες για το πώς ξέφυγε μακριά, προσθέτοντας ότι «δεν θυμάμαι να πηγαίνω σπίτι». Πρόσθεσε ότι δεν ξέρει πώς βρήκε τη δύναμη να υπομείνει εκείνες τις ημέρες και πώς αμέσως μετά τον εφιάλτη που έζησε, ήταν τρομοκρατημένη για να καταγγείλει το περιστατικό στις Αρχές, επειδή φοβόταν ότι ο δράστης θα την εντόπιζε.
«Αφού συνέβη, κάποιος που ήξερα πέρασε από το σπίτι μου και με είδε στο μπαλκόνι να κοιτάζω το κενό, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Δεν θυμάμαι να γυρίζω σπίτι. Το άτομο αυτό είπε ότι ήμουν κίτρινη και έμοιαζα με νεκρή. Προφανώς φοβήθηκαν για μένα αλλά δεν ήθελαν να παρέμβουν, δεν είχαν ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο. Συνεπώς δεν αισθανόμουν ασφαλής να πάω στην αστυνομία. Ένιωθα ότι αν κάτι πήγαινε στραβά, θα ήμουν νεκρή και θα με σκότωνε.
«Δεν θα μπορούσα να διακινδυνεύσω έναν λάθος χειρισμό ή να είμαι παντού στις ειδήσεις ενώ κινδυνεύω. Πραγματικά έπρεπε να ακολουθήσω το ένστικτο που είχα. Έχω μιλήσει σε δύο γυναίκες αστυνομικούς, κατά τη διάρκεια διαφορετικών απειλητικών συμβάντων την τελευταία δεκαετία, έχει καταγραφεί.
Μία φορά κάποιος απείλησε να βγάλει την ιστορία μου και έπρεπε να πω σε γυναίκα αστυνομικό τι πληροφορίες είχε για εμένα και γιατί ο εκβιασμός ήταν τόσο τρομακτικός. Το δεύτερο περιστατικό ήταν όταν τρεις άνδρες προσπάθησαν να εισέλθουν στο σπίτι μου ως εισβολείς, είπα σε δεύτερη γυναίκα αστυνομικό για τον βιασμό επίσης τότε. Την ταυτότητα του βιαστή θα πρέπει να τη χειρίζεται μόνο η αστυνομία, και αυτό είναι μεταξύ εμού και αυτών. Το πρώτο άτομο που το είπα ήταν μία ψυχολόγος, μήνες αργότερα, μία κορυφαία ειδική στο Ηνωμένο Βασίλειο στα σύνθετα τραύματα και τη σεξουαλική βία».
Συνεχίζοντας η Duffy εξηγεί πόσο τυχερή νιώθει που βρήκε αυτήν την ψυχολόγο. «Χωρίς αυτή, μπορεί να μην τα κατάφερνα», ανέφερε και τόνισε τον κίνδυνο που υπήρχε να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. «Με γνώρισε, με είδε ως άνθρωπο, έμαθε για μένα και με οδηγούσε. Το έκανε πολύ ήπια. Δεν μπορούσα να την κοιτάξω στα μάτια για τις πρώτες οκτώ συνεδρίες, η επαφή με τα μάτια ήταν κάτι για το οποίο αγωνίστηκα.
Η σκέψη να αναρρώσω ήταν σχεδόν αδύνατη. Κατά συνέπεια, δεν θα έβλεπα κάποιον, ούτε άνθρωπο, μερικές φορές για εβδομάδες και εβδομάδες και εβδομάδες, παραμένοντας μόνη. Θα έβγαζα τις πιτζάμες και θα τις πετούσα στη φωτιά και μετά θα έβαζα άλλο ζευγάρι. Τα μαλλιά μπερδεύονταν τόσο που δεν τα χτένιζα, ενώ θρηνούσα, που τα έκοψα όλα».
Εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μοιραστεί την ιστορία της η Duffy τόνισε ότι είχε κουραστεί να αφήνει τον βιασμό να καθορίζει τη ζωή της. «Έπρεπε να απελευθερωθώ».
«Το μοιράζομαι τώρα αυτό γιατί ζούμε σε έναν κόσμο που πληγώνει και δεν νιώθω πλεόν ντροπή που κάτι με πλήγωσε βαθιά. Πιστεύω ότι αν μιλήσετε μέσα από την καρδιά σας, η καρδιές των άλλων θα απαντήσουν. Όσο σκοτεινή κι αν είναι η ιστορία μου, μιλάω μέσα από την καρδιά μου, για τη ζωή μου, για τις ζωές άλλων που υπέφεραν το ίδιο.
Δεν ντρέπομαι να σας πω ότι πέρασα σχεδόν 10 χρόνια εντελώς μόνη μου και ακόμα πονάει την καρδιά μου να το γράφω. Το οφείλω στον εαυτό μου να το πω, αισθάνομαι υποχρεωμένη να εξηγήσω πόσο πραγματικά δύσκολη ήταν η ανάρρωση και τελικά η αποκάλυψη. Ελπίζω ότι σας παρηγορεί να νιώθετε λιγότερο ντροπή εάν νιώθετε μόνοι».
Η τραγουδίστρια χρειάστηκε να μετακομίσει συνολικά πέντε φορές πριν αρχίσει να αισθάνεται ότι ανακτά μία αίσθηση ασφάλειας. «Χρειάστηκε τόσος πολύς χρόνος για να μιλήσω γιατί μετά τον βιασμό και την αιχμαλωσία, δραπέτευσα», γράφει. «Μετακόμισα πέντε φορές μέσα στα αμέσως επόμενα τρία χρόνια, χωρίς να αισθάνομαι ποτέ ασφαλής από τον βιαστή, προσπαθούσα να ξεφύγω τόσο πολύ καιρό».
Κανείς δεν γνώριζε για την επίθεση και την αιχμαλωσία, η οποία την είχε οδηγήσει σε αυτοκτονικές σκέψεις, όπως έχει πει. «Μετά από αυτό, δεν έβλεπα άνθρωπο, για εβδομάδες έμενα μόνη. Ο βιασμός μου στέρησε τα ανθρώπινα δικαιώματά μου, να ζήσω μια ζωή με αυτονομία από τον φόβο. Έχει ήδη κλέψει το 1/3 της ζωής μου. Αλλά μπορώ να σας πω ότι την τελευταία δεκαετία, στις χιλιάδες μέρες που αφιέρωσα για να ξανανιώσω τον ήλιο στην καρδιά μου, τώρα ο ήλιος λάμπει» είχε πει.
Τώρα ήρθε η ώρα να αποκαλύψει όλη την αλήθεια. Το ντοκιμαντέρ που ετοιμάζεται να προβληθεί στο Disney+ θα φέρει στο φως για πρώτη φορά σε βάθος την εμπειρία της: την απαγωγή, τον βιασμό και το πώς όλα αυτά την ανάγκασαν να αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή.
Σύμφωνα με την Άντζελα Τζέιν της Disney+, αυτό το φιλμ θα περιλαμβάνει την πρώτη πλήρη συνέντευξη της Duffy εδώ και 15 χρόνια και θα παρακολουθεί την πορεία της από τα πρώτα βήματα στο Μπάνγκορ της Ουαλίας μέχρι την απότομη εκτόξευση της καριέρας της και την ολοκληρωτική εξαφάνισή της.
«Δεν έχει μιλήσει ποτέ για αυτό, πέρα από μια ανάρτηση που είχε κάνει στα social media πριν από μερικά χρόνια. Είναι ένα από τα πιο δυνατά μας projects». Όπως τόνισε η Τζέιν «η Duffy μας εκμυστηρεύτηκε την ιστορία της και νιώθουμε ότι έχουμε μεγάλη ευθύνη απέναντί της να το χειριστούμε με ευαισθησία, καθώς είναι η πρώτη φορά που μιλάει για αυτό».
Η ημερομηνία κυκλοφορίας του δεν έχει ανακοινωθεί, αλλά κάποιοι ελπίζουν ότι σηματοδοτεί την επιστροφή της στον χώρο της μουσικής. Τον Μάρτιο του 2025, η τραγουδίστρια δημοσίευσε teaser για remix της επιτυχίας της Mercy στο TikTok, στην πρώτη της ανάρτηση στα social media από το 2020.
Με αυτό το φιλμ, η Duffy επιστρέφει στο προσκήνιο, όχι μόνο για να αφηγηθεί την προσωπική της τραγωδία, αλλά και για να δώσει φωνή σε όσους έχουν υποφέρει σιωπηλά.