Η μικρή επιχείρηση έχει ακούσει πολλές φορές ότι είναι «η ραχοκοκαλιά της οικονομίας». Ύστερα επιστρέφει σε μια καθημερινότητα με ακριβό ρεύμα, στενή ρευστότητα, τραπεζικές χρεώσεις και διαρκώς νέες υποχρεώσεις. Γι’ αυτό η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο αξίζει να κριθεί από όσα μπορεί να αλλάξει στην πράξη.
Η πολιτική θέση που διατύπωσε είναι σαφής. Οι ευκαιρίες της ανάπτυξης πρέπει να φτάνουν και στη μικρή επιχείρηση. Ο επαγγελματίας χρειάζεται πρόσβαση σε χρηματοδότηση, δυνατότητα να διεκδικεί δημόσιες συμβάσεις και λογαριασμούς που του επιτρέπουν να σχεδιάζει την επόμενη μέρα. Αλλιώς, η ανάπτυξη θα συνεχίσει να αφορά κυρίως όσους έχουν ήδη ισχύ και κεφάλαια.
Εδώ βρίσκεται η προοδευτική σημασία της συζήτησης για νέο παραγωγικό μοντέλο. Σημασία έχει ποιοι συμμετέχουν στην παραγωγή του πλούτου και ποιοι ωφελούνται από αυτόν. Η μικρή επιχείρηση χρειάζεται δίκαιους όρους ανταγωνισμού. Ανοιχτές κρατικές προμήθειες, διαφανή κριτήρια ενισχύσεων και χρηματοδότηση προσιτή και σε όσους διαθέτουν περιορισμένη περιουσία μπορούν να της δώσουν πραγματικές ευκαιρίες.
Ο Τσίπρας έβαλε στο τραπέζι και όσα επείγουν. Κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, αλλαγές στην προκαταβολή φόρου, ρύθμιση οφειλών σε 120 δόσεις και παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος. Για τον άνθρωπο που πληρώνει προμηθευτές και εργαζομένους στο τέλος του μήνα, αυτά έχουν άμεσο αντίκρισμα. Περισσότερα χρήματα στο ταμείο σημαίνουν μεγαλύτερη δυνατότητα να κρατήσει την επιχείρησή του όρθια και να κάνει το επόμενο βήμα.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η επίθεσή του στις τράπεζες. Η κριτική του για τις χρεώσεις και για την απόσταση ανάμεσα στα επιτόκια δανείων και καταθέσεων αγγίζει μια εμπειρία οικεία σε πολλούς επαγγελματίες. Τώρα χρειάζονται συγκεκριμένοι κανόνες για τις χρεώσεις και χρηματοδοτικά εργαλεία που θα φτάνουν πράγματι στη μικρή επιχείρηση.
Το ίδιο ισχύει για το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης. Η πρόταση για 12 δισ. ευρώ αρχικών κεφαλαίων στην τετραετία μπορεί να δώσει κατεύθυνση στην οικονομία. Η αξία του Ταμείου θα φανεί από τη συμμετοχή του τεχνίτη, της μικρής μονάδας παραγωγής και της οικογενειακής επιχείρησης στις επενδύσεις που θα χρηματοδοτήσει. Εκεί θα κριθεί αν η υπόσχεση για νέο παραγωγικό μοντέλο αποκτά περιεχόμενο.
Σωστά, επίσης, ο Τσίπρας συνέδεσε την τύχη της επιχείρησης με το εισόδημα του πολίτη. Το κατάστημα της γειτονιάς χρειάζεται πελάτες με αγοραστική δύναμη. Η πρόταση για ΦΠΑ 6% στα βασικά είδη και οι υπόλοιπες ελαφρύνσεις στα νοικοκυριά πατούν πάνω σε αυτή την απλή αλήθεια. Η κοινωνική πολιτική και η παραγωγική πολιτική συναντιούνται στην πραγματική αγορά.
Η προοδευτική παράταξη έχει μπροστά της μια ευκαιρία και μια υποχρέωση. Να εξηγήσει πώς θα εφαρμοστεί κάθε μέτρο, πότε θα φτάσει στον δικαιούχο και από πού θα βρεθούν οι πόροι. Να δείξει ότι μπορεί να στηρίξει μαζί τη μικρή επιχειρηματικότητα, την εργασία και το δημόσιο συμφέρον.
Η Αριστερά οφείλει να δώσει σε αυτή τη συζήτηση το δικό της καθαρό περιεχόμενο. Δημόσιος έλεγχος εκεί όπου κυριαρχούν τα καρτέλ, ισχυρά εργασιακά δικαιώματα, δίκαιη φορολογία και επενδύσεις που επιστρέφουν το όφελος στην κοινωνία. Η μικρή επιχείρηση και ο εργαζόμενος μοιράζονται την ίδια ανάγκη για αξιοπρεπές εισόδημα, σταθερούς κανόνες και μια οικονομία που υπηρετεί τους πολλούς.
Αυτό είναι το μέτρο της πολιτικής αλλαγής. Να μεταφερθεί δύναμη από τους λίγους που ελέγχουν τις αγορές στους ανθρώπους που δουλεύουν, παράγουν και κρατούν ζωντανές τις γειτονιές και τις πόλεις μας.