Προσθήκη του newsit.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Αναμφίβολα, ακόμα και υπό την πίεση των πολιτικών προβλημάτων στο εσωτερικό, το διεθνές ομολογιακό sell off συγκεντρώνει την προσοχή όλων. Και όχι άδικα.

Οι τιμές και οι αποδόσεις τόσο για τα αμερικανικά όσο και τα ευρωπαϊκά ομόλογα έχουν αγγίξει και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ξεπεράσει – αρνητικά – τις τιμές που είχαν στην κρίση χρέους του 2007 – 2008.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ ήδη οι Κεντρικές Τράπεζες είχαν αρχίσει την διαδικασία αύξησης των επιτοκίων για να διατηρήσουν την αξιοπιστία της αποτελεσματικότητάς τους απέναντι στις αγορές και τον … πληθωρισμό.

Παρ’ όλα αυτά δεν τα έχουν καταφέρει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, με αποτέλεσμα και ψηλά επιτόκια να έχουμε και το δημόσιο χρέος με την μορφή ομολόγων να βλέπει της αποδόσεις να αυξάνονται ραγδαία.

Οι γερμανοί και οι γιαπωνέζοι δεν είχαν ποτέ μέχρι πριν λίγο καιρό κοιμηθεί το βράδυ βλέποντας εφιάλτες σαν αυτούς που ζούν τώρα. Να δανείζονται δηλαδή στην δεκαετία με επιτόκια υπερδιπλάσια από πριν λίγο καιρό.

Το χειρότερο όμως συμβαίνει στην Γαλλία η οποία βλέπει το χρέος της να εκτινάσσεται σε επίπεδα απαγορευτικά για την δημοσιονομική της ικανότητα, την ίδια στιγμή που η αστυνομία της στέλνει στις φυλακές χιλιάδες… μαθητές ! Αυτό και αν θυμίζει Δεκέμβρη του 2008 (στην Αθήνα).

Και ενώ γίνονται αυτά στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ τα ομόλογα χτυπάνε τιμές και αποδόσεις του … 2002, την ίδια στιγμή που στέλνουν και τρίτο αεροπλανοφόρο στην Μέση Ανατολή λες και είμαστε στα πρόθυρα γενικευμένης σύρραξης στην περιοχή.

Ας τα αφήσουμε όμως για λίγο στην άκρη όλα αυτά και ας προσέξουμε κάτι για το οποίο κανείς δεν αναφέρεται πλέον.

Στην Ουάσιγκτον από τα μέσα του καλοκαιριού – ίσως και νωρίτερα – ο ΥΠΟΙΚ κ. Μπέσσεντ είχα βάλει μπροστά μία γνωστή σε μας τους ευρωπαίους «μηχανή».

Ξόδευε αρκετές δεκάδες δις δολάρια από το ειδικό Ταμείο του Προϋπολογισμού για να αγοράζει αμερικανικά ομόλογα.

Το έκανε για να συγκρατεί τις αποδόσεις τους όσο ο νέος πρόεδρος της Fed ακόμα δεν είχε δείξει αν θα προχωρήσει τελικά σε αυξήσεις επιτοκίων. Για να μη τα πολυλογούμε η «μηχανή» του κ. Μπέσσεντ αποδείχθηκε όπως φαίνεται από το sell off που ακολούθησε ότι δεν είχε… καύσιμα (απαγορευμένη λέξη αυτές τις ημέρες) και στα ομόλογα συνέχισαν να «πέφτουν» οι τιμές και να αυξάνονται οι αποδόσεις τους παρά και ενάντια στις επαναγορές του κ. Μπέσσεντ. Με άλλα λόγια η σαφής έμπρακτη κίνηση του αμερικανικού δημοσίου ότι θα κάνει ότι χρειασθεί, ακόμα και να επαναγοράσει δικό του χρέος, δεν στάθηκε ικανή να πείσει τους επενδυτές ενισχύοντας την εμπιστοσύνη τους για τους όρους έκδοσης και εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους το οποίο ως γνωστόν έχει ξεπεράσει τα 40 τρις δολ. και συνεχίζει ακάθεκτα να αυξάνεται με τα τρομακτικά δημόσια ελλείμματα.

Τώρα ας πάμε κάτι περισσότερο από μια δεκαετία πίσω, στην κρίση χρέους της Ευρώπης μετά το 2007 – 2008.

Τότε η ΕΚΤ κατά παρέκκλιση του καταστατικού της είχε προχωρήσει σε επιλεκτικές αγορές χρέους των χωρών μελών της ΟΝΕ μαζί και της Ελλάδας, όταν η αγορά χρέους της Ε.Ε. είχε κατακερματισθεί με τα ομόλογα των PIIGS να χτυπάνε κόκκινο. Ήταν και το περιβόητο «what ever it takes» του Μάριο Ντράγκι που στην αρχή έμεινε στα λόγια αλλά στην συνέχεια μπήκε στην πράξη για να συγκρατήσει σε ένα «κουβά» την αγορά ομολόγων της Ευρώπης.

Σήμερα τα «εργαλεία» εκείνα έχουν καταργηθεί και την θέση τους έχει πάρει ένα άλλο, το TPI που κάνει την ίδια δουλειά, για το οποίο όμως κανένας δεν θέλει να ακούει, γιατί η ενεργοποίησή προς υποστήριξη κάποιου κρατικού ομολόγου, ισοδυναμεί με «μνημόνια» που δεν διαφέρουν από τα τρία γνωστά ελληνικά…

Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, να επανέλθουμε στην σημερινή πραγματικότητα, με αφορμή αυτό που έκανε και απέτυχε ο κ. Μπέσσεντ. Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν είναι, αν ο κ. Μπέσσεντ ενεργοποιώντας αυτό το «εργαλείο», που χρησιμοποίησε ο Ντράγκι κατά κόρον για να σώσει τα ευρωπαϊκά ομόλογα μία δεκαετία και βάλε πριν, «απέτυχε», πόσο μπορεί να πετύχει απέναντι στην σημερινή αγορά, σε μία ανάλογη και χειρότερη κατάσταση η ΕΚΤ;

Λέμε χειρότερη γιατί σήμερα δεν είναι τα PIIGS που κινδυνεύουν με χρεοκοπία, αλλά η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης η γαλλική. Και όχι μόνο αυτό. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης η γερμανική, υποχρεωμένη να δανείζεται με υπερδιπλάσιο κόστος και με ένα νόμισμα που δεν έχει σταματήσει να διολισθαίνει έναντι του δολαρίου, πως θα μπορούσε να στηρίξει – ζήτημα και το αν θέλει – μέσω της Bundesbank την ΕΚΤ για να ξανακάνει αγορές των αδύναμων ομολόγων της Γαλλίας; Και μάλιστα την ίδια στιγμή που τα σχολεία της (!) και όχι μόνο, έχουν πάρει φωτιά που δύσκολα σβήνει;

Με απλά λόγια το 2026, το εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε στις αγορές για να υποστηριχθεί η αξιοπιστία του δημόσιου χρέους, οι επαναγορές ομολόγων, εμφανίζεται αναποτελεσματικό στις ΗΠΑ.

Γιατί θα είναι αποτελεσματικό αν αποφασισθεί να ξανα-εφαρμοσθεί στην Ευρώπη; Και τι θα συμβεί αν αυτό αποδειχθεί ότι είναι «έτσι», σε μία Ευρώπη κατακερματισμένη οικονομικά και πολιτικά, όπου είναι σαφής και αποδεδειγμένη η αδυναμία της να «ζήσει» με ψηλά επιτόκια, χωρίς να εμφανιστούν νέα προβλήματα σε τράπεζες, νοικοκυριά και δημόσια οικονομικά;

Η Γαλλία ήδη αναδεικνύεται στην Ε.Ε. ως ο νέος «αδύναμος κρίκος», μέσα σε ένα περιβάλλον που η Ευρώπη, δείχνει να είναι πολύ πιο εκτεθειμένη από τις ΗΠΑ στην πολιτική και οικονομική αστάθεια, την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό και τις υψηλές αποδόσεις των ομολόγων του δημόσιου χρέους. Μπορούν να δουλέψουν αποτελεσματικά σ’ αυτό το νέο περιβάλλον τα παλιά «εργαλεία» της ΕΚΤ όταν ήδη έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικά στις ΗΠΑ;