Ανάμεσα στις «μεγάλες» ειδήσεις τελευταία κυκλοφόρησε και η ενημέρωση αρμοδίων παραγόντων για μία «κίνηση» που φαινομενικά αφορά… λίγους. Όμως πίσω από αυτή την είδηση κρύβεται «η στιγμή της αλήθειας» για το κατά πόσο η αναδιάρθρωση του χρέους στην Ελλάδα με τα τρία μνημόνια έχει πράγματι… πετύχει ή όχι.
Μιλάμε πάντα για το ιδιωτικό χρέος των 100 δις ευρώ και πάνω, που μεγάλο μέρος του – για να μη ξεχνιόμαστε – προέκυψε έμμεσα από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους.
Η είδηση λοιπόν είναι ότι στο τελευταίο τρίμηνο του 2026 δρομολογούνται δώδεκα κινήσεις-συναλλαγές στην δευτερογενή αγορά για την πώληση πακέτων «κόκκινων δανείων» (Npls), συνολικής ονομαστικής αξίας 3 δισ. ευρώ.
Το ποσό μοιάζει μικρό αν σκεφτεί κανείς ότι το σύνολό τους στους servicers και τους άλλους επενδυτικούς φορείς αγγίζει τα 80 δις ευρώ.
Το εγχείρημα όμως, δηλαδή η μεταπώλησή των 12 αυτών πακέτων στην δευτερογενή αγορά, θέτει ένα ζήτημα που είναι πολύ -πολύ μεγάλο. Μπορεί δηλαδή η δευτερογενής αγορά Npls (τώρα που υποτίθεται ξεκινάει να λειτουργεί) να «απορροφήσει» το ιδιωτικό χρέος που έχει απομακρυνθεί βέβαια από τους ισολογισμούς των τραπεζών, αλλά παραμένει ζωντανό στο εσωτερικό της ελληνικής οικονομίας;
Ξαναλέμε πρόκειται για ένα ποσό που αγγίζει το 40% του ΑΕΠ…
Για να γίνει κατανοητή η σημασία των όσων αναφέρουμε πρέπει να υπενθυμίσουμε κάποια πράγματα που ίσως ξεχνάμε.
Το δημόσιο χρέος αναδιαρθρώθηκε με το PSI του 2012 και το PSI plus που ακολούθησε, μέσα από ένα κούρεμα ονομαστικής αξίας που «κόστισε» πολύ ακριβά σε όσους (ασφαλιστικά Ταμεία κυρίως, αλλά και εγχώριες τράπεζες, ασφαλιστικές κ.λ.π.) ήταν φορτωμένοι με κρατικά ομόλογα.
Η τελευταία αναδιάρθρωση αυτής της συμφωνίας έγινε τον Ιούνιο του 2018.
Αντίθετα το ιδιωτικό χρέος δεν κουρεύτηκε ποτέ έτσι.
Βασικά «μετατοπίσθηκε», μέσω του προγράμματος «Ηρακλής» και με την εγγύηση του δημοσίου, σε «επενδυτές». Έτσι από το 2019, οι τράπεζες τιτλοποιούν χαρτοφυλάκια κόκκινων δανείων, κρατούν τα ασφαλέστερα ομόλογα, πουλούν τα πλέον επικίνδυνα, κ.λ.π.
Όλα αυτά βέβαια έγινε δυνατό να γίνουν, να φύγουν δηλαδή τα Npls από τους ισολογισμούς των τραπεζών σε τρίτους με την εγγύηση του δημοσίου. Δόθηκαν περίπου 19,2 δισ. ευρώ κρατικές εγγυήσεις σε 17 τέτοιες συναλλαγές.
Ο δείκτης κόκκινων δανείων έτσι έπεσε κάτω από 4%, με τις πλέον επικίνδυνες ζημιές (Npls και Npes) να εξαφανίζονται από τους ισολογισμούς των τραπεζών και να βαφτίζονται επενδυτικά προϊόντα.
Το πρόβλημα λύθηκε. Για τις τράπεζες, όχι για την πραγματική οικονομία γιατί τα npls παραμένουν «κόκκινα». Και έχει έρθει η ώρα να διαπιστωθεί τι θα γίνει με αυτά.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα «κίνδυνο» που μπήκε μέσω χρηματοοικονομικών και δημοσιονομικών εργαλείων στην… κατάψυξη. Και τώρα ήρθε η ώρα να αποψυχθούν μερικά «κομμάτια» για να δούμε αν μπορούν να πουληθούν σαν επενδυτικά προϊόντα ή παραμένουν… σκουπίδια.
Οι servicers διαχειρίζονται σήμερα κόκκινα δάνεια ονομαστικής αξίας 79,6 δισ. ευρώ (ποσό που πλησιάζει το 40% του ελληνικού ΑΕΠ). Αυτό είναι το χρέος που η τιτλοποίηση μετέφερε εκτός τραπεζικών ισολογισμών, αλλά δεν εξάλειψε. Και παραμένει σε αναμονή λύσης…
Εδώ κρίνεται η σημασία της δευτερογενούς αγοράς.
Στην πρωτογενή φάση του Ηρακλή Ι και ΙΙ και ΙΙΙ, η τιμή των τίτλων στηριζόταν στην κρατική εγγύηση.
Στη δευτερογενή, πωλητής και αγοραστής διαπραγματεύονται το ίδιο το δάνειο, χωρίς όμως την εξασφάλιση από το κρατικό δίχτυ ασφαλείας (εγγυήσεων).
Αν η αγορά αυτή αποδείξει ότι θεωρεί στις σημερινές συνθήκες τα «δάνεια» αυτά επενδυτικά προϊόντα και όχι σκουπίδια, μπορεί να γίνει ο «μηχανισμός» αυτός, μηχανισμός πραγματικής, έστω και καθυστερημένης μετάλλαξης της «ζημιάς» σε «κέρδος».
Αν όμως τα «σκουπίδια» η δευτερογενής αγορά αποδειχθεί ότι εξακολουθεί να τα θεωρεί σκουπίδια, τότε τι θα συμβεί με τα «ονομαστικής» αξίας 79 δις ευρώ…σκουπίδια που κάθονται στις αποθήκες των servicers;
Οι πρώτες ενδείξεις δεν προσφέρονται για ασφαλή συμπεράσματα. Τα πακέτα των 3 δισ. ευρώ είναι σε λογιστική ονομαστική αξία, όχι σε πραγματική αξία. Το πραγματικό αντίτιμο ασφαλώς θα είναι πολύ μικρότερο κλάσμα αυτής της ονομαστικής αξίας, αλλά πόσο θα είναι; Απέναντι στα 79,6 δισ. υπό διαχείριση, οι δώδεκα συναλλαγές καλύπτουν λιγότερο από το 4% του συνόλου. Η θεσμική υποδομή (ηλεκτρονική πλατφόρμα συναλλαγών, τροποποίηση του ν. 5072/2023) είναι ακόμη σε εξέλιξη, δεν είναι σε πλήρη λειτουργία.
Υπάρχει βέβαια και ενα δείγμα για κάτι που έχει συμβεί στο μεταξύ. Ένα μικρό (πολύ μικρό) μέρος αυτών των δανείων εμφανίζεται να έχει «θεραπευθεί» δηλαδή έχει αρχίσει να εξυπηρετείται. Και σαν τέτοιο θα επιστρέψει ξανά στις τράπεζες. Το ποσό όμως μετριέται σε εκατομμύρια ευρώ και το σύνολο των κόκκινων δανείων είναι ακόμα σχεδόν 80 δις ευρώ…
Με άλλα λόγια το δημόσιο χρέος με τρία μνημόνια έχει μπεί σε διαδικασία μακροπρόθεσμης αναδιάρθρωσης και εξυπηρετείται.
Το ιδιωτικό χρέος (Npls – Npes), αν πρόκειται τελικά να «εκκαθαριστεί», θα το πληρώσουν σταδιακά οι ίδιοι οι δανειολήπτες και κάποιο μέρος του και το κρατικό ταμείο, μέσα από τις εγγυήσεις που ήδη δόθηκαν. Το τι θα γίνει δηλαδή στην δευτερογενή αγορά με τα Npls θα κρίνει αν ο εφιάλτης του χρεοστασίου θα ξαναζωντανέψει ή όχι.
Αν σκεφτεί κανείς ότι μιλάμε για ένα ποσό που αγγίζει το 40% του ΑΕΠ, τότε γίνεται κατανοητό ότι δεν έχουμε απαλλαχθεί ακόμα από τα… ζόμπι της χρεοκοπίας της προηγούμενης δεκαετίας.
Το πείραμα λοιπόν με την δευτερογενή αγορά θα δείξει.
Και θα είναι πολύ κρίσιμο αν σκεφτεί κανείς ότι αυτό το «πείραμα», θα γίνει σε συνθήκες που δεν μπορείς να τις πεί και τις καλύτερες.