Η Γερμανία ξυπνά σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Η σαρωτική νίκη της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ προκαλεί πολιτικό σεισμό στη χώρα και στέλνει ισχυρό μήνυμα σε ολόκληρη την Ευρώπη μετά από μια ιστορική εκλογική ανατροπή που αλλάζει τα δεδομένα για τη γερμανική πολιτική.
Με ποσοστό που αγγίζει το 44% – πρωτοφανές για την ακροδεξιά στη Γερμανία – το ακροδεξιό κόμμα AfD υπερδιπλασιάζει τη δύναμή του σε σχέση με το 2021 και αναδεικνύεται σε μακράν ισχυρότερη πολιτική δύναμη του κρατιδίου, αφήνοντας τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς στο 17,2%. Ταυτόχρονα φέρνει ξανά στο προσκήνιο έναν εφιάλτη που η μεταπολεμική Γερμανία πίστευε ότι είχε αφήσει οριστικά πίσω της: του ναζισμού.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Τρία κόμματα στο φάσμα από το κέντρο ως την αριστερά – Σοσιαλδημοκράτες (SPD), οι Πράσινοι και το κόμμα Η Αριστερά (Die Linke) – πέρασαν τον πήχη του 5% κι εισέρχονται στο κρατιδιακό κοινοβούλιο, με το καθένα να εξασφαλίζει περί το 9%. Το λαϊκιστικό κόμμα Συμμαχία Ζάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) επίσης πέρασε το όριο του 5% και εισέρχεται στο κοινοβούλιο. Αντίθετα, το φίλα προσκείμενο στις επιχειρήσεις κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP), που μέχρι τώρα συγκυβερνούσε στο κρατίδιο, είδε το ποσοστό του να κατακρημνίζεται στο 2,6% και δεν θα καταλάβει έδρες στη νέα Βουλή.
Η συμμετοχή άγγιξε το 78%, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά αποτελέσματα. Είναι η υψηλότερη από την ενοποίηση της Γερμανίας το 1990, στοιχείο που αντανακλά το μεγάλο ενδιαφέρον των πολιτών για τη χθεσινή εκλογική αναμέτρηση. Το αποτέλεσμα γράφει ιστορία, αλλά δεν χαρίζει στην ακροδεξιά AfD την εξουσία που διεκδικούσε. Το κόμμα εξασφαλίζει 39 από τις 83 έδρες της τοπικής Βουλής και βρίσκεται μόλις τρεις έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία. Ωστόσο, για πρώτη φορά, η γερμανική ακροδεξιά βρίσκεται τόσο κοντά στο να κυβερνήσει μόνη της ένα κρατίδιο. Η επόμενη μέρα για την Γερμανία παραμένει αβέβαιη.
Η απόσταση των τριών εδρών μπορεί να μοιάζει μικρή στην κάλπη. Πολιτικά, όμως, είναι τεράστια. Γιατί απέναντι στην εκλογική επέλαση της AfD παραμένει το λεγόμενο Brandmauer, το «τείχος προστασίας» που έχουν υψώσει τα υπόλοιπα κόμματα, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας μαζί της.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο εκλογικός θρίαμβος της Κυριακής (06.09.2026) για την ακροδεξιά μετατρέπει έτσι τη Σαξονία-Άνχαλτ σε ένα ακόμη μεγάλο τεστ για τη Γερμανία: πόσο μπορεί να αντέξει το πολιτικό σύστημα απέναντι στην άνοδο ενός κόμματος που πλέον δεν βρίσκεται στο περιθώριο, αλλά διεκδικεί ανοιχτά ρόλο στη διακυβέρνηση;
Και το ερώτημα δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο κρατίδιο. Η AfD έχει πλέον εδραιωθεί σε μεγάλο μέρος της γερμανικής πολιτικής σκηνής, ιδιαίτερα στα ανατολικά κρατίδια, και η άνοδός της εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές μετατοπίσεις της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Πώς, όμως, ένα κόμμα που ιδρύθηκε μόλις το 2013 ως ευρωσκεπτικιστική αντίδραση στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης έφτασε να απειλεί σήμερα την πολιτική κυριαρχία των παραδοσιακών κομμάτων;
Για να καταλάβουμε την AfD του σήμερα, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο 2013… Τότε που ένα κόμμα οικονομολόγων πολεμούσε το ευρώ και εξελίχθηκε σε μια πανίσχυρη εθνικιστική δύναμη.
Από την κρίση του ευρώ στην ίδρυση της AfD
Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland, AfD) ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο 2013, μέσα στη δίνη της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.
Στην αρχική της μορφή, ελάχιστα θύμιζε το κόμμα που γνωρίζει σήμερα η Ευρώπη. Πρωταγωνιστής ήταν ο οικονομολόγος Bernd Lucke, πλαισιωμένος από πανεπιστημιακούς, οικονομολόγους, δημοσιογράφους και πρώην στελέχη της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης.
Το βασικό της μήνυμα ήταν οικονομικό: η Γερμανία δεν θα έπρεπε να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τα πακέτα διάσωσης της Ευρωζώνης.
Η Ελλάδα βρέθηκε τότε στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του κόμματος. Για την AfD, η ευρωπαϊκή πολιτική διάσωσης μετακύλιε το κόστος στους Γερμανούς φορολογούμενους και δημιουργούσε ένα ευρωπαϊκό σύστημα στο οποίο η Γερμανία καλούνταν να πληρώνει για τα προβλήματα άλλων χωρών.
Εκείνη την εποχή η AfD χαρακτηρίστηκε συχνά ως το «κόμμα των καθηγητών». Δεν ήταν ακόμη ένα κλασικό εθνικιστικό κόμμα. Η πολιτική της ταυτότητα ήταν κυρίως ευρωσκεπτικιστική και οικονομική. Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2013 έφτασε κοντά στην είσοδο στη Bundestag, αλλά έμεινε κάτω από το όριο του 5%. Έναν χρόνο αργότερα, το 2014, ωστόσο, κατάφερε να εκλέξει ευρωβουλευτές.
Το 2015 αποτελεί το κομβικό σημείο στην ιστορία της AfD. Το μεταναστευτικό και η απόφαση της κυβέρνησης της Άνγκελα Μέρκελ να δεχθεί μεγάλο αριθμό προσφύγων και μεταναστών άλλαξαν ριζικά τη γερμανική πολιτική ατζέντα. Και άλλαξαν και την AfD.
Στο εσωτερικό του κόμματος επικράτησε σταδιακά η εθνικιστική πτέρυγα. Το μεταναστευτικό, το Ισλάμ, η εθνική ταυτότητα και η ασφάλεια αντικατέστησαν την κρίση του ευρώ ως κεντρικά θέματα της πολιτικής της. Ο ιδρυτής της, Bernd Lucke, έχασε τη μάχη για τον προσανατολισμό του κόμματος και αποχώρησε.
Το κόμμα δεν ήταν πλέον το ίδιο. Από ένα κόμμα οικονομολόγων που αμφισβητούσε το ευρώ μετατρεπόταν σε ένα αντιμεταναστευτικό, εθνικιστικό και λαϊκιστικό κόμμα της ριζοσπαστικής δεξιάς.
Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017 η AfD κατέγραψε 12,6% και μπήκε για πρώτη φορά στη Bundestag. Ήταν ένα ιστορικό αποτέλεσμα.
Για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Γερμανία ένα κόμμα της άκρας δεξιάς απέκτησε τόσο ισχυρή παρουσία στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Η επιτυχία, όμως, συνοδεύτηκε από νέες εσωτερικές συγκρούσεις.
Στελέχη που θεωρούνταν πιο μετριοπαθή αποχώρησαν σταδιακά, ενώ ενισχύθηκαν οι πιο ριζοσπαστικές τάσεις. Ανάμεσα στα πρόσωπα που συνδέθηκαν με αυτή την εξέλιξη ήταν ο Björn Höcke, ηγετική φυσιογνωμία της AfD στη Θουριγγία.
Η λεγόμενη Der Flügel – «Η Πτέρυγα», που συνδέθηκε με τον Höcke, αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα της εθνικιστικής και εξτρεμιστικής πτέρυγας του κόμματος. Έτσι, η AfD άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως ένα λαϊκιστικό κόμμα της δεξιάς αλλά και ως πιθανή απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη της χώρας.
Τι θέλει σήμερα η AfD
Η σύγχρονη AfD έχει ως βασικό πολιτικό της άξονα το μεταναστευτικό.
Ζητά αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων, σημαντικό περιορισμό της μετανάστευσης και αυστηρότερη πολιτική ασύλου. Στην πολιτική της ρητορική έχει αποκτήσει κεντρική θέση ο όρος «Remigration», ο οποίος χρησιμοποιείται από την AfD στο πλαίσιο των προτάσεών της για επιστροφή ή απέλαση μεταναστών που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής, αλλά έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις λόγω της χρήσης του από την ευρύτερη γερμανική ακροδεξιά.
Στο ζήτημα της Ευρώπης, η AfD παραμένει βαθιά ευρωσκεπτικιστική. Το κόμμα υποστηρίζει την επιστροφή περισσότερων αρμοδιοτήτων στα εθνικά κράτη και έχει φτάσει να τάσσεται υπέρ της πιθανότητας αποχώρησης της Γερμανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής.
Στην εξωτερική πολιτική ακολουθεί επίσης μια ιδιαίτερη γραμμή.
Η AfD αντιτίθεται στη στρατιωτική και οικονομική στήριξη της Ουκρανίας, έχει ταχθεί κατά των κυρώσεων στη Ρωσία και υποστηρίζει την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Μόσχα.
Στην ενεργειακή πολιτική απορρίπτει μεγάλο μέρος της πράσινης μετάβασης της Γερμανίας, τάσσεται υπέρ της χρήσης ορυκτών καυσίμων και της πυρηνικής ενέργειας και αμφισβητεί πλευρές της κυρίαρχης πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Στα κοινωνικά ζητήματα, προβάλλει την παραδοσιακή οικογένεια, αντιτίθεται σε αρκετές πολιτικές που αφορούν τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και ασκεί έντονη κριτική στα δημόσια μέσα ενημέρωσης, ζητώντας τον περιορισμό ή την κατάργηση της κρατικής τους χρηματοδότησης.
Οι επικριτές της AfD υποστηρίζουν ότι η πολιτική της ατζέντα κινείται στα άκρα του γερμανικού πολιτικού φάσματος.Η γερμανική υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας έχει χαρακτηρίσει το κόμμα «εξτρεμιστικό», χαρακτηρισμό που η AfD απορρίπτει ως πολιτικά υποκινούμενο.
Η AfD διοικείται σε εθνικό επίπεδο από δύο συμπροέδρους, οι οποίοι επανεκλέχθηκαν πρόσφατα στο συνέδριο του κόμματος τον Ιούλιο του 2026: την Άλις Βάιντελ, που είναι και επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, και τον Τίνο Χρουπάλα, συμπρόεδρο, που ανέλαβε τη συν-αρχηγία του AfD τον Νοέμβριο του 2019, διαδεχόμενος τον Αλεξάντερ Γκάουλαντ. Έκτοτε έχει επανεκλεγεί επανειλημμένα στην ηγεσία του κόμματος.
Η Άλις Βάιντελ και οι αντιφάσεις της AfD
Ίσως κανένα πρόσωπο δεν συμβολίζει καλύτερα τις αντιφάσεις της σύγχρονης AfD από την Άλις Βάιντελ.
Οικονομολόγος με επαγγελματική εμπειρία στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με πέρασμα από την Goldman Sachs και εμπειρία ζωής στην Κίνα, η Βάιντελ δεν ταιριάζει εύκολα στο στερεότυπο του κλασικού ακροδεξιού πολιτικού.
Είναι ταυτόχρονα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα ενός κόμματος που καταγγέλλει το «σύστημα». Και η προσωπική της ζωή δημιουργεί μια ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση.



