Οι 4 συστημικές ελληνικές τράπεζες έχουν περιθώρια ανόδου, παρότι έχουν ενισχυθεί κατά 17% από τις αρχές του έτους και 92% τον τελευταίο χρόνο, σύμφωνα με την UBS, που διαπιστώνει ότι στις μετοχές τους δεν υπάρχει ιδιαίτερος «συνωστισμός» επενδυτών (crowding factor).
Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες σημείωσαν άνοδο 17% από την αρχή του έτους και 92% σε ένα χρόνο, σύμφωνα με την ελβετική τράπεζα UBS που εξετάζει τον τρόπο τοποθέτησης των επενδυτών και συμπεραίνει ότι τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι οι τέσσερις μεγάλες τράπεζες δεν είναι ιδιαίτερα συνωστισμένες, παρά τη σημαντική άνοδο που έχουν καταγράψει.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όπως αναφέρει, ο βαθμός υπερσυγκέντρωσης είναι χαμηλότερος με βάση τις τελευταίες βαθμολογίες για τις ελληνικές τράπεζες (21.1.2026) και παρά το ισχυρό ράλι εκτιμά ότι το ανοδικό momentum έχει συνέχεια. Σημειώνει ότι αναμένονται τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών που θα ανακοινωθούν μαζί με την δημοσίευση των αποτελεσμάτων του οικονομικού έτους 2025 και υπενθυμίζει ότι πρόσφατα αναβάθμισε τις τιμές-στόχους κατά 8%-12% με την Πειραιώς να είναι η κορυφαία επιλογή της λόγω μεγαλύτερης δυνατότητας περαιτέρω επαναξιολόγησης.
Για την Τράπεζα Πειραιώς η νέα τιμή-στόχος είναι 10,20 ευρώ από 9,20 ευρώ, για την Alpha Bank 4,65 ευρώ από 4,30 ευρώ, για την Eurobank 4,60 ευρώ από 4,20 ευρώ και για την Εθνική Τράπεζα 17,20 ευρώ από 15,40 ευρώ πριν. Υπενθυμίζεται ότι η UBS διατηρεί θετική στάση για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, με σύσταση «αγοράς».
Σε σημαντική αύξηση των τιμών στόχων των ελληνικών τραπεζών προχώρησε και η NBG Securities, διατηρώντας τη σύσταση outperform για τον τραπεζικό κλάδο, που, συγκρίνεται πλέον όλο και περισσότερο με τους αντίστοιχους της Ευρώπης. Για την Alpha Bank, η νέα τιμή στόχος είναι στα 4,40 ευρώ, από 2,55 ευρώ προηγουμένως, για την Eurobank στα 4,60 ευρώ, από 3,50 ευρώ, και για την Πειραιώς στα 9,90 ευρώ, από 6,25 ευρώ.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όπως επισημαίνει η NBG Securities, σε ένα σταθερό μακροοικονομικό πλαίσιο, όπου η ανάπτυξη του ελληνικού ΑΕΠ υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ, τα υπόλοιπα δανείων του ιδιωτικού τομέα στο σύστημα αυξήθηκαν κατά +7,2% σε ετήσια βάση τον Νοέμβριο του 2025, φτάνοντας τα 126,5 δισ. ευρώ.
Η NBG Securities προβλέπει ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους για το 2026 (εκτός Εθνικής) θα φτάσουν τα 6,236 εκατ. ευρώ (+2,8% σε ετήσια βάση), υποστηριζόμενα από το ευνοϊκό μείγμα χαμηλού κόστους καταθέσεων (οι βασικές καταθέσεις αποτελούν περίπου το 76% του συνόλου) και την κατανομή σε επενδυτικά χρεόγραφα (περίπου 23% των ενεργητικών).
Οι τάσεις του τραπεζικού συστήματος παραμένουν ισχυρές, όπως επισημαίνει και η Optima Bank στην έκθεση του Ιανουαρίου. Διατηρεί την θετική άποψη για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, στηριγμένη σε ένα ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον και σε διαρθρωτικούς παράγοντες που υποστηρίζουν την πιστωτική ανάπτυξη και την κερδοφορία των τραπεζών.
Η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της ΕΕ, με το ΑΕΠ να εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περισσότερο από 2% ετησίως τα επόμενα δύο χρόνια, έναντι μέσου όρου περίπου 1,4% στην ΕΕ.
Παράλληλα, η διείσδυση των πιστώσεων στον ιδιωτικό τομέα παραμένει χαμηλή, καθώς τα τραπεζικά δάνεια εκτιμάται ότι θα αντιστοιχούν σε περίπου 51% του ΑΕΠ το 2025, σημαντικά χαμηλότερα από το 85% που παρατηρείται στην ευρωζώνη. Το επίμονο επενδυτικό κενό, με τις επενδύσεις να ανέρχονται σε περίπου 17% του ΑΕΠ έναντι 21% στην ΕΕ, ενισχύει την άποψη της Optima Bank ότι η ελληνική οικονομία παραμένει δομικά υπο-μοχλευμένη. Ως αποτέλεσμα, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για πιστωτική επέκταση με ρυθμούς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στο πλαίσιο αυτό, η Optima εκτιμά ότι τα ενήμερα δάνεια στην Ελλάδα θα αυξηθούν με μέσο ετήσιο ρυθμό 6% έως 8% κατά την περίοδο 2026 – 2027.
Σε ό,τι αφορά την κερδοφορία, τα καθαρά έσοδα από τόκους υποχώρησαν το 2025 ως αποτέλεσμα της μείωσης των βασικών επιτοκίων και θα καταγράψουν ετήσια πτώση της τάξης του 5%, διαμορφούμενα στα 8,2 δισ. ευρώ το 2025. Ωστόσο, αναμένεται σταθεροποίηση των επιτοκίων τα επόμενα δύο χρόνια, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο περαιτέρω πιέσεων στα κέρδη.
Παρότι η συμπίεση των καθαρών περιθωρίων επιτοκίου ενδέχεται να συνεχιστεί, με εκτιμώμενη ετήσια μείωση 18%, λόγω των υψηλότερων περιθωρίων των ελληνικών τραπεζών σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές, τα καθαρά έσοδα από τόκους αναμένεται να επανέλθουν σε ανοδική πορεία. Η αύξηση του όγκου των δανείων εκτιμάται ότι θα αντισταθμίσει τις αρνητικές επιπτώσεις στα περιθώρια, υποστηριζόμενη από το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης των καταθέσεων.