Η Κίνα γνωστοποίησε ότι ο προϋπολογισμός της για την άμυνα, ο δεύτερος μεγαλύτερος στον κόσμο, αν και πολύ πίσω από εκείνον των ΗΠΑ, θα αυξηθεί κατά 7% το 2026, ποσοστό ελαφρά χαμηλότερο από αυτό της περασμένης χρονιάς (7,2%) ενώ προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Ειδικότερα, η Κίνα όρισε τον στόχο για την οικονομική ανάπτυξή της το 2026 σε ένα εύρος από 4,5% ως το 5% του ΑΕΠ, ή με άλλα λόγια στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών, αναφέρει κυβερνητικό έγγραφο που δόθηκε στη δημοσιότητα σήμερα (5.3.2026).
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η δεύτερη οικονομία του κόσμου, που συνεισφέρει το ένα τρίτο της παγκόσμιας ανάπτυξης, είχε προβλέψει ότι η ανάπτυξή της θα έφθανε περί το 5% του ΑΕΠ το 2025 και διαβεβαίωσε πως επιτεύχθηκε στα τέλη της περασμένης χρονιάς. Ο ρυθμός αύξησης περιέχεται σε αναφορά για τα δημοσιονομικά του υπουργείου Οικονομικών, στο πλαίσιο της ετήσιας συνεδρίασης του κοινοβουλίου.
Μεταξύ άλλων το Πεκίνο προβλέπει δαπάνες 1,9 τρισεκατομμυρίων γιούαν (276,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων) για την άμυνα, ποσό που είναι τρεις φορές μικρότερο από αυτό του αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ. Ωστόσο δυτικοί ειδικοί θεωρούν το μέγεθος αυτό πολύ υποτιμημένο σε σχέση με τις πραγματικές στρατιωτικές δαπάνες της Κίνας.
Σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο Γαλλικό Πρακτορείο, καλύπτει τις αυξήσεις των μισθών των στρατιωτικών, τις δαπάνες για εκπαίδευση, για τα γυμνάσια γύρω από την Ταϊβάν -νήσο που το Πεκίνο θεωρεί επαρχία της Κίνας-, τις δυνατότητες κυβερνοπολέμου και την απόκτηση πιο προηγμένων εξοπλισμών.
Η ετήσια άνοδος του αμυντικού προϋπολογισμού κυμαίνεται στο φάσμα από το 7 ως το 8% από το 2016. Ο προϋπολογισμός του 2026 παρουσιάζει έτσι συνέχεια και συνέπεια, παρά τις εκκαθαρίσεις στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων εξαιτίας υποθέσεων διαφθοράς, όπως αυτή που είχε αποτέλεσμα τον παραγκωνισμό στα τέλη Ιανουαρίου του Τζανγκ Γιουσιά, από τους σημαντικότερους κινέζους στρατηγούς.
Σημειώνεται ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να καταγράφουν τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες στον πλανήτη, 997 δισ. δολάρια το 2024, μπροστά από την Κίνα (314), σύμφωνα με το SIPRI, το Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη, με έδρα τη Στοκχόλμη. Ακολούθησαν η Ρωσία (149), η Γερμανία (88,5), η Ινδία (86,1), η Βρετανία (81,8), η Σαουδική Αραβία (80,3), η Ουκρανία (64,7) και η Γαλλία (64,7).