Προοπτική σημαντικής μείωσης του κόστους ηλεκτρικού ρεύματος ανοίγεται μέσω της ορθής αξιοποίησης των ΑΠΕ πανευρωπαϊκά, όπως εκτιμά ο σύνδεσμος Eurelectric.
Σε νέα της έκθεση, η Eurelectric σημειώνει αρχικά ότι τα τελευταία χρόνια μειώθηκε αισθητά η χρήση και η επίδραση του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος ενώ στην περίπτωση της Ελλάδας, από το 49% των ωρών που έθετε την χονδρική τιμή το αέριο το 2021, υποχώρησε πέρυσι στο 38%.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Την ίδια στιγμή, οι ΑΠΕ έφτασαν να καλύπτουν το 45% των αναγκών.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, εκτιμάται ότι η χώρα μας θα ενισχύσει κατά περισσότερο από 30% την παραγωγή των ΑΠΕ ως το 2030, ενώ φυσικό αέριο και λιγνίτης θα υποχωρήσουν ισόποσα. Πρόκειται, μάλιστα, για την πιο έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στις χώρες που ανέλυσε η Eurelectric.
Προς αυτή την κατεύθυνση, υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα έργα συνολικής ισχύος 47 GW στις ΑΠΕ που περιμένουν να συνδεθούν, όπως και 27 GW στην αποθήκευση ενέργειας, τα οποία υπερκαλύπτουν τους εθνικούς στόχους. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει χώρος στο δίκτυο, ούτε ανάγκη για να υλοποιηθούν στο σύνολό τους και στη γραμμή του τερματισμού θα φτάσουν μονάχα οι πλέον ώριμες επενδύσεις.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Γιατί πρέπει να συμβαδίζει η αποθήκευση με τις ΑΠΕ
Η Eurelectric στέκεται ιδιαίτερα στην ανάγκη να συμβαδίσει η αποθήκευση με τις ΑΠΕ, ώστε αφενός να μεγιστοποιηθεί το όφελος για το σύστημα και αφετέρου να μειωθούν οι περικοπές παραγωγής που πλήττουν τους πράσινους παραγωγούς.
Πέραν της ηλεκτροπαραγωγής, η μείωση του ενεργειακού κόστους περνάει και από άλλες λύσεις, όπως είναι οι αντλίες θερμότητας και η ηλεκτροκίνηση. Ενδεικτικά, σε μια πόλη όπως η Ρώμη, οι αντλίες στοιχίζουν στη λειτουργία τους 29% λιγότερο από συμβατικές λύσεις θέρμανσης, ένα ποσοστό που ανεβαίνει στο 46% για τις πιο κρύες περιοχές της Βόρειας Ευρώπης.
Πάντως, η ήπειρός μας υστερεί στην ανάπτυξη των αντλιών θερμότητας, καθώς καλείται να εγκαταστήσει 60 εκατ. συστήματα ως το 2030, ενώ με βάση τον τωρινό ρυθμό θα φτάσει μόλις στα μισά.