Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά, με το αυξημένο κόστος σε τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και βασικές υπηρεσίες να περιορίζει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Το Bloomberg με σημερινό (23.6.2026) δημοσίευμά του αναφέρεται στην πραγματική εικόνα της Ελλάδας μέσα από παραδείγματα από καταναλωτές που δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους ανάγκες με τα τωρινά δεδομένα, και αναγκάζονται να περιορίσουν τις δαπάνες τους για πράγματα που πριν λίγα χρόνια θεωρούσαν αυτονόητα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το χάσμα ανάμεσα στους οικονομικούς δείκτες και την πραγματική εικόνα που βιώνουν τα νοικοκυριά παραμένει ένα από τα βασικά ζητήματα της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές συνεχίζουν να ασκούν πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
Η ανάκαμψη της Ελλάδας από την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας περίπου έχει επαινεθεί τόσο από τις χώρες της ευρωζώνης όσο και από τους επενδυτές. Ωστόσο, πίσω από τη νέα εποχή των υγιών οικονομικών δεικτών κρύβεται μια πτώση του βιοτικού επιπέδου, η οποία στερεί ακόμη και από τους σχετικά εύπορους Έλληνες τη δυνατότητα να επωφεληθούν από αυτή την ανάκαμψη.
Το κόστος διαβίωσης επιβαρύνει τους πληθυσμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη, κάτι που επιδεινώνεται από την πρόσφατη απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Λίγες χώρες, όμως, ξεχωρίζουν τόσο όσο η Ελλάδα όσον αφορά το χάσμα μεταξύ της απόδοσης της οικονομίας και της πραγματικότητας για τα νοικοκυριά. Η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με τον προϋπολογισμό να παρουσιάζει πλεόνασμα και αναμένεται να μην είναι πλέον η πιο χρεωμένη χώρα της ηπείρου μέχρι το 2027.
Ωστόσο, ο πληθωρισμός, συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στην ευρωζώνη, ενώ ο μέσος ετήσιος μισθός, που ανέρχεται σε περίπου 18.000 ευρώ (20.850 δολάρια), είναι λιγότερο από το μισό του αντίστοιχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μαζί με τη Βουλγαρία, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ όσον αφορά το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και την αγοραστική δύναμη. Η χώρα έχει επίσης το μεγαλύτερο ποσοστό πληθυσμού που διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ή οικονομικής περιθωριοποίησης, μετά τη βόρεια γείτονά της.
Με τις εκλογές να προγραμματίζονται για το επόμενο καλοκαίρι, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ορίσει την αντιμετώπιση αυτών των ανισορροπιών ως κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησής του.
Η κυβέρνηση έχει ήδη εφαρμόσει ευρείες φορολογικές μειώσεις και, πιο πρόσφατα, διάφορα πακέτα μέτρων για τον περιορισμό των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της Alco, μόνο το 7% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση είχε βελτιωθεί πέρυσι.
Την περασμένη Τετάρτη (17.6.2026), εγκαινιάστηκε η νέα ψηφιακή πλατφόρμα PosoKanei, ένα εργαλείο του υπουργείου Ανάπτυξης όπου οι πολίτες μπορούν να συγκρίνουν καθημερινά τις τιμές για σχεδόν 9.000 προϊόντα.
Αν και τα δεδομένα βρίσκονται ακόμη σε φάση επεξεργασίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι οι Έλληνες καταναλωτές διαθέτουν πλέον ένα ακόμη «όπλο» στη μάχη κατά του κόστους διαβίωσης. Η εφαρμογή δείχνει ότι πολλά προϊόντα είναι ακριβότερα από ό,τι σε πλουσιότερες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ άλλα είναι φθηνότερα. Για παράδειγμα, η χαμηλότερη τιμή για ένα δημοφιλές ανδρικό αποσμητικό roll-on, για παράδειγμα, ήταν 2,71 ευρώ, σχεδόν ένα ευρώ ακριβότερη από την αντίστοιχη τιμή στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν και παρόμοια με τη συνήθη τιμή στη Γερμανία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ορισμένα τοπικά προϊόντα, όπως το γιαούρτι, έχουν υψηλότερη τιμή στα ελληνικά σούπερ μάρκετ.
Ο συνδυασμός των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα που προκλήθηκαν από την πανδημία και των κλυδωνισμών από τις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε αύξηση των τιμών παντού. Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το πρόβλημα αυτό επιδεινώνεται επίσης από την έλλειψη κατοικιών.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, το 2024 οι Έλληνες ξόδεψαν κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών τους για έξοδα στέγασης. Σε σχεδόν το 1/3 των νοικοκυριών, το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το 40%, υπερτριπλασιάζοντας τον μέσο όρο της ΕΕ.
Όπως αναφέρει ο Νίκος Βέττας, Γενικό Διευθυντή του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), μέρος του προβλήματος είναι ότι μετά την έξαρση της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα το 2010, οι κατασκευές και οι επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων ήταν ελάχιστες ή και ανύπαρκτες. Η κατάσταση αυτή άλλαξε μόλις τα τελευταία πέντε χρόνια. «Αυτό συνεπάγεται μια καθυστέρηση στην προσφορά που γίνεται ακόμη πιο έντονη, επειδή η προσφορά δεν έχει προσαρμοστεί στις δημογραφικές αλλαγές», δήλωσε ο Βέττας. «Δεν υπάρχει γενική έλλειψη κατοικιών στη χώρα, αλλά υπάρχει έλλειψη κατοικιών σε συγκεκριμένες περιοχές και με τα κατάλληλα χαρακτηριστικά και μέγεθος».
Η οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας στοίχισε σχεδόν το 1/4 του ΑΕΠ της και ανέτρεψε τον τρόπο ζωής ενός έθνους που χρόνια ζούσε πάνω από τις δυνατότητές του. Η εξυγίανση των οικονομικών της χώρας και η τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν έγιναν χωρίς θυσίες. Οι μισθοί, προσαρμοσμένοι στον πληθωρισμό, παραμένουν σήμερα αρκετά κάτω από τα επίπεδα του 2009.
Ενώ το εισόδημα των νοικοκυριών έχει αυξηθεί χάρη στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην αύξηση των μισθών κατά 12% μεταξύ 2019 και 2024, οι τιμές καταναλωτή έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 16% κατά την ίδια περίοδο. «Οι αυξήσεις των τιμών, μεταξύ άλλων στη στέγαση, τα τρόφιμα και την ενέργεια, έχουν ασκήσει πίεση σε τμήματα του πληθυσμού, τα οποία δεν διαβλέπουν πώς αυτή η πίεση θα ανακουφιστεί στο άμεσο μέλλον», δήλωσε ο κ. Βέττας.
Ωστόσο, τα στοιχεία για τις δαπάνες σκιαγραφούν μια πιο σύνθετη εικόνα και ενδέχεται να αντανακλούν μια άλλη κληρονομιά της ελληνικής κρίσης που η κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει: τη φοροδιαφυγή. Οι Έλληνες ξοδεύουν περισσότερα από τους πολίτες 6 από τις 27 χώρες της ΕΕ, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπάρχουν χρήματα αλλού. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ανέφερε ότι η φοροδιαφυγή αντιπροσώπευε το 20-21% του ΑΕΠ της Ελλάδας, σε σύγκριση με το 15-17% στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Στη συνέχεια, υπάρχει το ζήτημα του πόσο γρήγορα οι επιχειρήσεις αυξάνουν τις τιμές, σύμφωνα με τον δικηγόρο Διονύση Αλεβρομαγείρα. Ο 44χρονος διευθύνει το δικό του δικηγορικό γραφείο και επίσης αγωνίζεται να διατηρήσει τον τρόπο ζωής που είχε, μειώνοντας τις δαπάνες του σε τομείς όπως η ψυχαγωγία και τα ρούχα. «Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δεν γίνονται ουσιαστικοί έλεγχοι στην αγορά και οι τιμές αυξάνονται συνεχώς», δήλωσε ο Αλεβρομαγείρας. «Πρέπει να υπάρχουν ελεγκτές που να περιπολούν και να διενεργούν αυστηρούς ελέγχους στις επιχειρήσεις».
Οι αυξήσεις των τιμών επιδεινώθηκαν από τον αντίκτυπο ενός ζωτικού κλάδου της ελληνικής οικονομίας. Ο τουρισμός αντιπροσωπεύει το 1/5 του ΑΕΠ και τα έσοδα καταγράφουν συνεχώς ρεκόρ. Αυτό ασκεί περαιτέρω ανοδική πίεση στα ενοίκια και στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών, ειδικά στα ελληνικά νησιά.

Σύμφωνα με παράδειγμα Ελληνίδας που επικαλείται το Bloomberg, αναφέρει παρά το ότι έχει σταθερή δουλειά και πρόσφατα απέκτησε παιδί, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο αυξημένο κόστος ζωής. Συγκεκριμένα, ενώ προχώρησε σε μετακόμιση σε μεγαλύτερο σπίτι, διαπιστώνει ότι τα ενοίκια είναι πολύ υψηλά. «Δυσκολευτήκαμε πολύ να βρούμε ένα κανονικό σπίτι κάτω από 1.000 ευρώ», είπε. Παρότι ο κατώτατος έχει αυξηθεί από το 2019, δεν αρκεί για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες.
Αυτό επίσης οδηγεί σε αλλαγή τρόπου ζωής, με λιγότερες διακοπές και πιο περιορισμένες καταναλωτικές συνήθειες σε σχέση με το παρελθόν. Το να πηγαίνει κανείς διακοπές όπως έκανε όταν ήταν παιδί είναι πλέον μια πολυτέλεια που δεν μπορεί καν να σκεφτεί. «Θυμάμαι ότι μέναμε σε ξενοδοχεία που είχαν δύο ή τρεις πισίνες και κολυμπούσαμε στη θάλασσα το πρωί και στην πισίνα το απόγευμα», είπε. «Τρώγαμε τρία γεύματα την ημέρα έξω. Τώρα θα επιλέξεις να βγεις έξω μόνο μία φορά».

