Μετά τις αντιρρήσεις της Αθήνας ως προς τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και του φυσικού αερίου της οι οποίες θα «κατέστρεφαν» την ελληνική ναυτιλία, όπως ανέφεραν χτες (16.7.2026) οι Financial Times, σήμερα (17.7.2026) η ελληνική πλευρά προειδοποιεί την ΕΕ ότι η απαγόρευση της μεταφοράς ρωσικού αερίου σε τρίτες χώρες θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια μεριδίου αγοράς υπέρ ανταγωνιστών εκτός ΕΕ.
Στελέχη της ελληνικής κυβέρνησης, που επικαλείται σήμερα το Reuters, αναφέρουν ότι οι απεσταλμένοι της ΕΕ δεν κατάφεραν χθες να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας για τον πόλεμο της εναντίον της Ουκρανίας, λόγω του ότι κάποιες χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Αυστρία, αντιτάχθηκαν στο πακέτο, για διαφορετικούς λόγους.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο υπουργός Εξωτερικών της Λιθουανίας, Κεστούτις Μπούντρυς, δήλωσε τη Δευτέρα ότι οι χώρες της ΕΕ ήταν αναποφάσιστες όσον αφορά την επιβολή αυστηρότερων περιορισμών στο ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Η Ελλάδα κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή αγορά μεταφορέων LNG και συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων παικτών παγκοσμίως, ανταγωνιζόμενη την Ιαπωνία, την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Από την πλευρά της Αθήνας, κάθε νέο πακέτο περιοριστικών μέτρων πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά, ώστε να μεγιστοποιεί την πίεση προς τη Μόσχα, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τις ανεπιθύμητες συνέπειες για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, τους καταναλωτές και την ανταγωνιστικότητα», δήλωσε ένας αξιωματούχος στο Reuters. «Η Ευρώπη δεν πρέπει να καταλήξει να παραχωρήσει ολόκληρους τομείς οικονομικής δραστηριότητας ή μερίδιο αγοράς σε φορείς εκτός ΕΕ ως ανεπιθύμητη συνέπεια της δικής της πολιτικής κυρώσεων. Οι κυρώσεις πρέπει να υπονομεύουν την οικονομική ικανότητα της Ρωσίας – όχι να δημιουργούν στρατηγικά κέρδη για άλλους εις βάρος της Ευρώπης», πρόσθεσε ο αξιωματούχος.
Οι απεσταλμένοι της ΕΕ ανέβαλαν τις συνομιλίες για το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας στις 23 Ιουλίου, διατηρώντας μέχρι τότε το ανώτατο όριο τιμής για το ρωσικό πετρέλαιο αμετάβλητο στο τρέχον επίπεδο των 44,10 δολαρίων ανά βαρέλι.