Την ανάγκη το αναπτυξιακό μοντέλο να μετατοπιστεί από την κατανάλωση προς τις επενδύσεις έθεσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, τονίζοντας ότι η ανάπτυξη «δεν πρέπει και δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανάλωση», κατά την διάρκεια ομιλίας του στο Ελληνικό Ινστιτούτο Εξυπηρέτησης Πελατών, σήμερα (22.1.2026).
Όπως επεσήμανε ο Γιάννης Στουρνάρας, με βάση τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε σε 2,1% το 2025 και προβλέπεται να παραμείνει στο 2,1% το 2026, όταν ο μέσος ρυθμός της ευρωζώνης για τη διετία 2025 – 2026 τοποθετείται στο 1,3%. Για το 2026, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί περίπου 2%, ενώ οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα αυξηθούν με ρυθμό λίγο πάνω από 8,5%.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η ΤτΕ αναγνωρίζει ότι μετά το 2026 ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα μετριαστεί, αλλά εκτιμά ότι η επίδραση έργων και μεταρρυθμίσεων θα συνεχιστεί, μαζί με εισροές από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, άμεσες ξένες επενδύσεις και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.
Στο επίκεντρο της παρέμβασης του κ. Στουρνάρα βρίσκεται η παραγωγικότητα. Υπογραμμίζει ότι η άνοδός της επιτρέπει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς χωρίς να διακυβεύεται η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση, και ότι προϋποθέτει επενδύσεις σε καινοτομία, τεχνολογίες αιχμής, ανθρώπινο κεφάλαιο και ψηφιακές δεξιότητες. Παράλληλα, συνδέει την αλλαγή του μίγματος προς πιο εξωστρεφείς δραστηριότητες με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και καλύτερη εικόνα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Για τον πληθωρισμό, η ΤτΕ αναφέρει ότι ο εναρμονισμένος δείκτης διαμορφώθηκε σε 2,9% το 2025 από 3,0% το 2024 και προβλέπεται να αποκλιμακωθεί περίπου στο 2,2% το 2026 και το 2027, ενώ για το 2028 γίνεται αναφορά σε εφάπαξ άνοδο στο 2,5% λόγω της επίπτωσης του διευρυμένου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Στην αγορά εργασίας περιγράφεται σταθερή βελτίωση, με την ανεργία σε χαμηλό 17 ετών και επιβράδυνση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, εξέλιξη που συνδέεται με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας κόστους.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, ο διοικητής της ΤτΕ κάνει λόγο για σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, αποδίδοντας την υπεραπόδοση των εσόδων στη βελτίωση της συμμόρφωσης και στην ψηφιοποίηση. Για τις τράπεζες, σημειώνει ότι το stress test του 2025 επιβεβαιώνει ανθεκτικότητα, με τον λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις κινείται κοντά στο 10% σε ετήσια βάση και προς τα νοικοκυριά είναι θετική, πρόσφατα κοντά στο 2%.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη «μετά RRF» περίοδο: μέχρι το τέλος του 2025 η Ελλάδα είχε εισπράξει περίπου το 65% των διαθέσιμων πόρων και είχε ολοκληρώσει σχεδόν το 50% των στόχων και οροσήμων, ενώ οι εκταμιεύσεις προς τις επιχειρήσεις μπορούν να συνεχιστούν έως και το 2029. Το 2026 περιγράφεται ως κρίσιμο σημείο καμπής, σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, με γεωπολιτικές εντάσεις, δασμούς και κινδύνους για το εμπόριο να ενισχύουν την ανάγκη η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο ανθεκτικές βάσεις πέρα από την κατανάλωση.