Τη στιγμή που οι αεροπορικές εταιρείες όλου του κόσμου πλήττονται από τις επιπτώσεις που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στο Ιράν, με την εκτόξευση των τιμών των καυσίμων, η Ευρώπη στρέφεται σε αμερικανικό καύσιμο για να καλύψει τις ελλείψεις της.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι αεροπορικές εταιρείες και οι διεθνείς οργανισμοί αερομεταφορών προετοιμάζονται πλέον ανοιχτά για ένα σενάριο παρατεταμένων ελλείψεων και σημαντικής αύξησης του κόστους λειτουργίας, βλέποντας πως ο πόλεμος στο Ιράν δεν αναμένεται να τελειώσει άμεσα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η IATA, Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA) εισηγούνται τη διεύρυνση της χρήσης του αμερικανικού καυσίμου Jet A.
Στην Ευρώπη χρησιμοποιείται κυρίως το Jet A‑1, το οποίο έχει χαμηλότερο σημείο πήξης και θεωρείται πιο κατάλληλο για μεγάλες και πολικές πτήσεις. Το Jet A, που χρησιμοποιείται ευρέως στις ΗΠΑ, είναι τεχνικά παρόμοιο αλλά απαιτεί πιο αυστηρή διαχείριση σε ακραίες θερμοκρασίες.
Η EASA ξεκαθαρίζει ότι η χρήση του μπορεί να γίνει με ασφάλεια, αρκεί να υπάρξει σωστή πιστοποίηση, συντονισμός στα αεροδρόμια και αποφυγή λανθασμένων μιγμάτων καυσίμων.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Eισαγωγές και εκτόξευση τιμών
Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς ενέργειας και της IATA, (Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών) οι χώρες του ΟΟΣΑ στην Ευρώπη καταναλώνουν περίπου 1,6 εκατομμύρια βαρέλια αεροπορικού καυσίμου και κηροζίνης ημερησίως. Τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια παράγουν μόλις 1,1 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Αυτό το έλλειμμα που προκύπτει, 500.000 βαρέλια ημερησίως, εισάγεται και το μισό από αυτό έρχεται από τη Μέση Ανατολή.
Πρακτικά, 30% έως 40% των συνολικών αναγκών της Ευρώπης σε jet fuel εισάγεται από άλλες χώρες.
Η διακοπή των μεταφορών και η εκτόξευση των ασφαλιστικών κινδύνων για τα δεξαμενόπλοια έχουν οδηγήσει σε ιστορικό άλμα τις τιμές του αεροπορικού καυσίμου που διπλασιάστηκαν συγκριτικά με τη περίοδο πριν τον πόλεμο (έφτασε τα 200 δολάρια ανά βαρέλι από 85-90 δολάρια αντίστοιχα).
Αναλυτές της αγοράς υπολογίζουν ότι οι τιμές εισιτηρίων στην Ευρώπη θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 5% έως 12% κατά τη θερινή περίοδο, εφόσον η κρίση τιμών συνεχιστεί. Η Ryanair, η Lufthansa και άλλες εταιρείες έχουν ήδη προειδοποιήσει ότι παρατεταμένη ενεργειακή κρίση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε περιορισμούς πτήσεων μέσα στο καλοκαίρι.
Ο φόβος πραγματικών ελλείψεων
Παρά το γεγονός ότι η Κομισιόν υποστηρίζει πως «δεν υπάρχουν ακόμη πραγματικές ελλείψεις», αρκετές εκθέσεις της αγοράς προειδοποιούν ότι τα αποθέματα ενδέχεται να πέσουν κάτω από κρίσιμα επίπεδα μέσα στον Ιούνιο.
Η Goldman Sachs και άλλοι ενεργειακοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Ευρώπη μπορεί να περάσει κάτω από το όριο ασφαλείας των 23 ημερών αποθεμάτων jet fuel. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα αεροδρόμια θα ξεμείνουν ξαφνικά από καύσιμα, αλλά ότι η αγορά θα λειτουργεί πλέον με πολύ περιορισμένα περιθώρια ασφαλείας.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και μικρές διακοπές εφοδιασμού ή καθυστερήσεις σε φορτία μπορούν να προκαλέσουν ακυρώσεις πτήσεων, δελτίο καυσίμων ή προσωρινή διακοπή δρομολογίων.
Οι πιο ευάλωτες χώρες θεωρούνται το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και ορισμένα περιφερειακά αεροδρόμια που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από εισαγόμενα καύσιμα.