Στην πρόσφατη οικονομική ιστορία της Ελλάδας μετά την κρίση χρέους και τα τρία μνημόνια, μπορεί να ξεχωρίσει κανείς δύο πολύ σημαντικές παρεμβάσεις από πλευράς Ε.Ε.
Η πρώτη ασφαλώς είναι η αναδιάρθρωση του χρέους που στην τελική της μορφή εξασφάλισε την απομάκρυνση του ενδεχόμενου μιας δεύτερης χρεοκοπίας, με την διατύπωση που πήρε η συμφωνία του Ιουνίου του 2018. Και η οποία στην συνέχεια οδήγησε στην λεγόμενη «έξοδο» από τα μνημόνια. Πρόκειται όπως είναι διεθνώς γνωστό για την μεγαλύτερη αναδιάρθρωση χρέους μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και μάλιστα στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Η δεύτερη παρέμβαση ήρθε αργότερα, μετά την πανδημία, με το Ταμείο Ανάκαμψης στο πλαίσιο του οποίου η Ελλάδα «πήρε» με επιδοτήσεις και «φθηνά» δάνεια κάπου 36 δις ευρώ. Θα μπορούσε να πεί κανείς ότι ήταν ένα από τα ισχυρότερα και μεγαλύτερα σε μέγεθος μεταπολεμικά, εργαλεία οικονομικής ανάκαμψης (κάπου 18% του ΑΕΠ), στα χέρια στα χέρια της Κυβέρνησης, διαθέσιμο προς απορρόφηση σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα.
Η πρόσφατη ολοκλήρωση του Ταμείου τον Αύγουστο, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις κάνει λόγο για απορρόφηση 36 δισ. ευρώ. Και όχι άδικα παρουσιάζεται, ως το αδιαμφισβήτητο success story της ελληνικής οικονομίας των τελευταίων ετών. Κυβέρνηση και ευρωπαϊκοί «θεσμοί» μιλούν για ρεκόρ απορρόφησης, για επενδύσεις που μεταμορφώνουν την παραγωγική βάση της χώρας, για ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό, που τοποθετεί την Ελλάδα ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής ανάκαμψης και πολλά, πολλά άλλα…
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δύσκολα μπορεί να συνδυασθεί και να συσχετιστεί πρακτικά με όσα καταγράφει σαν «πραγματικότητα» για την εγχώρια κοινωνία, η πρόσφατη έκθεση της Eurostat για τις «συνθήκες διαβίωσης» στην χώρα αυτή.
Ιδού λοιπόν τι συμβαίνει σύμφωνα με τις μετρήσεις της Eurostat στην χώρα της οποίας η οικονομία, έχει εξασφαλίσει ότι δεν κινδυνεύει από νέα χρεοκοπία παρά τις δύσκολες συνθήκες της συγκυρίας και η οποία ταυτόχρονα «απορρόφησε» με επιτυχία μία χρηματοδοτική ένεση αξίας 36 δις ευρώ στα τελευταία λίγα χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 87,1% των κατοίκων αυτής της χώρας, δηλώνει ότι «δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα». Το ποσοστό αυτό είναι περίπου διπλάσιο (!) του αντίστοιχου ευρωπαϊκού μέσου όρου (42,5%) και το υψηλότερο στην ΕΕ.
Το μέσο «διαθέσιμο εισόδημα» μετρούμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης παραμένει περίπου στο 50% – 55% των χωρών της Ε.Ε. Χαμηλότερα από την Ελλάδα διαπιστώνεται ότι βρίσκονται μόνο η Ουγγαρία και η Ρουμανία… Καταγράφεται επίσης αυτό που όλοι λίγο πολύ ξέρουμε ότι το 25% των Ελλήνων δηλαδή ένας στους τέσσερις ξοδεύει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγη.
Όσο για την διαβίωση το 20% – με στοιχεία που αφορούν στο κόστος καυσίμων πριν ξεπεράσει το πετρέλαιο τα 100 δολάρια – «δεν μπορεί να ζεστάνει επαρκώς το σπίτι του…».
Συνολικά σύμφωνα με την Eurostat το 67,2% των κατοίκων σ’ αυτή την χώρα που λέγεται Ελλάδα και η οποία δεν κινδυνεύει ξανά από το χρέος και πήρε και 36 δις ευρώ τελευταία, «αισθάνεται φτωχό».
Το ποσοστό αυτό δεν έχει το ανάλογό του πουθενά αλλού στην Ευρωπαϊκή Ένωση…
Και το ερώτημα βέβαια που αναδύεται απολύτως φυσιολογικά για κάποιον που κοιτάζει το τι συμβαίνει σ’ αυτή την χώρα, δεν αφορά τα στατιστικά της απορρόφησης του Ταμείου Ανάκαμψης ή πολύ περισσότερο την ενδεχόμενη αναβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας από την Moody’s, αλλά το γιατί με διασφαλισμένο το χρέος και με 36 δις ευρώ στην… τσέπη, οι κάτοικοι αυτής της χώρας είναι βυθισμένοι σε τέτοια απελπισία.
Η απάντηση βέβαια δεν είναι δύσκολη.
Όπως έχουμε επισημάνει και σε παλιότερα σημειώματα οι πολύ υψηλοί έμμεσοι φόροι εξασφαλίζουν ότι το χρέος θα πληρώνεται. Οσο δε για την ένεση των 36 δις ευρώ των πόρων του Ταμείου η πλειονότητα κατευθύνθηκε σε μεγάλο βαθμό σε περιορισμένο κύκλο τομέων επιχειρηματικής δραστηριότητας και προγράμματα, εξασφαλίζοντας εκεί πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση.
Έτσι δημιουργήθηκε και συνεχίζει να λειτουργεί ένα είδος «οικονομίας δύο ταχυτήτων» με τα δύο σκέλη της οικονομίας να αποκλίνουν ολοένα και περισσότερο. Με μια μειοψηφία που επωφελείται από δωρεάν χρηματοδότηση και κόστος δανεισμού ουσιαστικά μηδενικό, ενώ η πλειονότητα των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων παραμένει εκτεθειμένη στα πραγματικά πολύ υψηλά πραγματικά επιτόκια της αγοράς, με τον πληθωρισμό να διευρύνει περαιτέρω αυτή την απόκλιση. Την «αλήθεια» αυτή μπορούμε να την δούμε πολύ πριν η Eurostat καταγράψει τα προαναφερόμενα στοιχεία, στις Εκθέσεις και τις μελέτες για την διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης, πολλών επαγγελματικών Ενώσεων…
Με άλλα λόγια, η «απορρόφηση» ολοκληρώθηκε, αλλά τα οφέλη της δεν φαίνεται να έχουν διαχυθεί στο σύνολο της κοινωνίας νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με τον τρόπο που «υποσχέθηκε» αρχικά το εγχείρημα.
Η στατιστική εικόνα της Eurostat «δεν αναιρεί» την επιτυχία της απορρόφησης καθαυτή. Αλλά θέτει ένα ουσιαστικότερο ερώτημα. Πόσο μπορεί να «ανακάμψει» μια οικονομία όταν η πλειοψηφία των πολιτών της κοινωνίας μέσα στην οποία η οικονομία αυτή «λειτουργεί» αισθάνεται φτωχότερη από ποτέ.
Οι προβληματισμοί αυτοί, πολύ περισσότερο επειδή προέρχονται από την Eurostat και όχι από κάποια πολιτικής αναφοράς οντότητα στην Ελλάδα, θα πρέπει να απασχολήσουν ιδιαίτερα αυτούς που σκέφτονται να αναγάγουν την «λογική» συγκρότησης του Ταμείου Ανάκαμψης, σε «μοντέλο διαχείρισης του συνόλου των κοινοτικών πόρων» εν όψη του νέου προγράμματος που ξεκινάει το 2028, στο πλαίσιο του νέου Προϋπολογισμού της Ε.Ε…