Προσθήκη του newsit.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Στο χθεσινό σημείωμα είχαμε επισημάνει ότι με δεδομένο ότι η αύξηση των επιτοκίων ήταν μάλλον βέβαιη ξεκινώντας από τις ΗΠΑ αυτή την εβδομάδα και τελειώνοντας με την Μεγάλη Βρετανία και (κυρίως) την Ιαπωνία, μεγάλη σημασία θα έχει το πως θα «εξηγηθούν» αυτές οι αυξήσεις από τους επικεφαλής Κεντρικούς Τραπεζίτες. Πράγματι χθες ο επικεφαλής της Fed κ. Κέβιν Γουώρς, «διευκρίνισε» ότι η αύξηση αυτή είναι το πρώτο βήμα μίας πορείας, που όπως όλοι οι αναλυτές εκτιμούν με βάση τα λόγια του, «θα συνεχισθεί και πάλι μέσα στο 2026 με μια επιπλέον αύξηση επιτοκίων…».

Η πρώτη παρατήρηση/διαπίστωση που μπορεί με ασφάλεια να κάνει κανείς είναι ότι η ομόφωνη (!) απόφαση του Συμβουλίου της Fed (FOMC) για αύξηση των επιτοκίων μετά από 3 ολόκληρα χρόνια, ανταποκρίνεται πλήρως στις προσδοκίες των αγορών, που είχαν ήδη ανεβάσει στην δευτερογενή αγορά το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ στην δεκαετία πάνω από το 5%.

Και αυτό ανεξάρτητα από το αν ο Τραμπ «φωνάζει» ή όχι για μείωση των επιτοκίων.

Η δεύτερη παρατήρηση/διαπίστωση είναι ότι η κίνηση αυτή οδηγεί σε ανατίμηση του δολαρίου σε σχέση με εκείνα των εμπορικών του εταίρων σ’ αυτή την κατακερματισμένη διεθνή αγορά συναλλάγματος.

Και αυτό είναι κάτι που οι ΗΠΑ επιθυμούν, αλλά και δεν… επιθυμούν.

Το επιθυμούν γιατί εκτονώνει τις αυξητικές πιέσεις στις τιμές των καυσίμων καθώς τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να τιμολογούνται κατά βάση σε δολάριο.

Το επιθυμούν γιατί το χωρίς πάτο βαρέλι των απαιτήσεων για αναχρηματοδότηση του αμερικανικού χρέους, με επιτόκια της τάξης του 5% στην δευτερογενή αγορά στην δεκαετία, μπορεί να συνεχίσει να απορροφά την ρευστότητα διεθνώς χωρίς να αυξηθεί τουλάχιστον προς το παρόν το κόστος πέρα από αυτό το όριο που είχαν υποδείξει οι αγορές.

Το επιθυμούν γιατί οι προσδοκίες των αγορών έχουν μια βάση υπολογισμού με σχετικά σταθερό ορίζοντα τουλάχιστον για το 2026 με… υπογραφή Γουώρς, ότι τα επιτόκια μόνο προς τα πάνω μπορούν να κινηθούν. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει βιασύνη για αύξηση πιέσεων στην δευτερογενή αγορά καθώς η πλεονάζουσα ρευστότητα διεθνώς έχει πλέον σχετικά σταθερό σημείο αναφοράς για βάση εξασφαλισμένων αποδόσεων. Και πάντα αυτό είναι το πιο σημαντικό για να υπολογίσει κανείς τα επίπεδα «μόχλευσης» που είναι σχετικά ασφαλή… Ακριβώς εδώ είναι το σημείο που η χρηματοδότηση των χρηματιστηρίων διασταυρώνεται με το επιτοκιακό κόστος σε ένα ας το πούμε αποδεκτό ή σχετικά ουδέτερο επίπεδο, όπου τα όρια του «κακού» είναι αρκετά «καλά» για την ανάληψη κινδύνου που εμπεριέχουν.

Επιπλέον το επιθυμούν γιατί έτσι εξασφαλίζουν ότι οι άλλες Κεντρικές Τράπεζες και κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να προσαρμόσουν τις πολιτικές τους στο σημείο αναφοράς που ορίζεται από την συναλλαγματική ισοτιμία και τα επιτόκια του δολαρίου.

Γιατί δεν το επιθυμούν; Μα γιατί σε ένα κόσμο και ειδικά στις ΗΠΑ, που κάθεται πάνω σε ένα όγκο χρέους διαστάσεων… Ιμαλαΐων, η αύξηση των επιτοκίων οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους υπερβαίνει πλέον τον προϋπολογισμό άμυνας των ΗΠΑ και ήδη συνεχίζει να αυξάνεται ανεξέλεγκτα.

Δεν το επιθυμούν γιατί αυτή η αύξηση και όσες ακόμα έρθουν καθιστούν ακόμα πιο δύσκολη την χρηματοδοτική κάλυψη της ραγδαίας και μη ανταποδοτικής προς το παρόν επέκτασης του ταχύτερα αναπτυσσόμενου τομέα της αμερικάνικης οικονομίας, της Τεχνητής Νοημοσύνης και των υποδομών της.

Τόσο «ραγδαίας» και σε τόσο μεγάλη ανισορροπία με τις δυνατότητες της οικονομίας, που οι επικεφαλείς της ζητούν, με πρόσχημα τα ζητήματα ασφάλειας που έχουν έτσι κι αλλιώς προκύψει εδώ και καιρό, κρατική παρέμβαση για «επιβράδυνση» της επέκτασής της.

Κάτι που θέλουν να το βάλουν σαν θέμα συζήτησης ακόμα και στην συνάντηση Τραμπ – Σι στην Ουάσιγκτον στις 24 Σεπτέμβρη !

Κυρίως όμως δεν την επιθυμούν γιατί γνωρίζουν ότι ο πληθωρισμός, τον οποίο υποτίθεται ότι αντιπαλεύει αυτή η αύξηση, προέρχεται από την πλευρά της προσφοράς (όπως έχουμε πολλές φορές επισημάνει στα Οικονοκλαστικά) και όχι της ζήτησης.

Και η αύξηση των επιτοκίων σ’ αυτή την περίπτωση, είναι σχεδόν ανήμπορη να «θεραπεύσει» αυτή την αιτία.

Ένα αδιέξοδο με άλλα λόγια που προς το παρόν δεν δείχνει να έχει εφικτή λύση.

Στο σημείο αυτό όμως καλό είναι να θυμηθούμε ότι η οικονομική ιστορία, μετά την ακύρωση της Συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς το 1971, μας παρέχει πολλά παραδείγματα που «δείχνουν», ότι όταν οι Κεντρικές Τράπεζες και ειδικά η Fed, σε περιόδους… δύσκολες, έρχεται να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των αγορών με κάποιες αποφάσεις της, σχεδόν πάντα ακολουθεί μία απότομη «στροφή». Μια στροφή με κινήσεις που στοχεύουν στο να κάνουν τις αγορές να «κάψουν τα δάχτυλά τους»… Σ’ αυτές τις «στροφές» η Fed πολλές φορές έχει κερδίσει χρόνο απέναντι στο πρόβλημα, όχι όμως και το «παιχνίδι» της με τις αγορές.

Το μεγάλο ερώτημα βέβαια είναι που βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το νέο «τοπίο», η ΕΚΤ και το Ευρώ. Αλλά αυτό μάλλον δεν θα αργήσουμε να το δούμε στον νομισματικό ορίζοντα της Ε.Ε.