Λίγο πριν από τον θάνατό της δημιουργήθηκε διαδικτυακή καμπάνια οικονομικής ενίσχυσης από τον σύντροφό της, Ρόι Ερνάντες, με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της.
Ο Ράιαν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της πρωτοβουλίας, υποστηρίζοντας ότι ούτε οι φίλοι ούτε η οικογένεια γνώριζαν το συγκεκριμένο πρόσωπο και ότι η ηθοποιός διέθετε ήδη οικονομικούς πόρους από τα δικαιώματα των έργων της.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η Τσέις αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα εξάρτησης, τα οποία είχαν επηρεάσει καθοριστικά τη ζωή της τα τελευταία χρόνια.
Η βιντεοκασέτα που έγινε marketing-φαινόμενο
Η ταινία The Ring (2002), παρότι δίχασε τους κριτικούς, εξελίχθηκε σε τεράστια εμπορική επιτυχία, σαρώνοντας στο box office και καθιερώνοντας μια νέα εποχή στον κινηματογραφικό τρόμο. Περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά, παραμένει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ταινίες τρόμου του 21ου αιώνα - όχι μόνο για την ατμόσφαιρά της, αλλά κυρίως για τη μορφή που τη σημάδεψε: την ανατριχιαστική Σαμάρα.
Βασικό συστατικό της επιτυχίας της ταινίας ήταν ακριβώς αυτός ο χαρακτήρας, ένα κορίτσι-φάντασμα που ξεπρόβαλλε μέσα από μια καταραμένη βιντεοκασέτα και στοίχειωνε όποιον τολμούσε να τη δει. Η εικόνα της Σαμάρα να «βγαίνει» από την οθόνη της τηλεόρασης έχει μείνει στην ιστορία του σινεμά τρόμου ως μία από τις πιο εμβληματικές και ανατριχιαστικές σκηνές όλων των εποχών.
Προφανώς, η ίδια η «καταραμένη» βιντεοκασέτα ήταν και το πιο ευφυές εργαλείο προώθησης που θα μπορούσε να έχει η ταινία. Το στούντιο εκμεταλλεύτηκε ιδανικά τη δύναμη του στόματος-με-στόμα, που πάντα λειτουργεί υπέρ των ταινιών τρόμου.
Σε επιλεγμένες αίθουσες, θεατές έπαιρναν στο σπίτι τους βιντεοκασέτες - «δώρο», νομίζοντας ότι πρόκειται για αναμνηστικό. Μέσα όμως βρισκόταν το ίδιο το καταραμένο βίντεο που προειδοποιούσε πως όποιος το δει θα πεθάνει σε επτά ημέρες. Η κασέτα μάλιστα προβλήθηκε και στην τηλεόραση σε μεταμεσονύχτιες διαφημίσεις, σε μια κίνηση που έδωσε στην ταινία μια σχεδόν αστική, σχεδόν «θρυλική» διάσταση.
Η Ντέιβι Τσέις και η γέννηση ενός κινηματογραφικού εφιάλτη
Πίσω από τη Σαμάρα βρισκόταν η Ντέιβι Τσέις, η τότε 12χρονη ηθοποιός που κατάφερε να χαράξει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες τρόμου στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα.
Η νεαρή Τσέις ξόδευε περίπου 6,5 ώρες τη μέρα στο μακιγιάζ για να μεταμορφωθεί στην creepy Σαμάρα Μόργκαν. Η ίδια έχει αναφερθεί ότι τρομοκρατήθηκε όταν είδε τον εαυτό της στη μεγάλη οθόνη, φτάνοντας στο σημείο να καλύψει τα μάτια της. Μετά την προβολή, μάλιστα, υπήρξαν θεατές που δεν την πλησίασαν, επηρεασμένοι από τον ρόλο της.
Η ερμηνεία της ήταν τόσο πειστική που το 2003 της χάρισε το βραβείο «Καλύτερος Κακός» στα MTV Movie Awards, ξεπερνώντας ονόματα όπως οι Γουίλεμ Νταφόε, Ντάνιελ Ντέι-Λιούις και Κόλιν Φάρελ.
Από τη Λίλο στη Σαμάρα
Την ίδια χρονιά που έγινε η πιο τρομακτική φιγούρα του σινεμά, η Τσέις είχε ήδη δώσει τη φωνή της στη Λίλο στο Lilo & Stitch (2002), ένα από τα πιο αγαπημένα animation της Disney. Η αντίθεση ήταν εντυπωσιακή: από το γλυκό, ηρωικό κορίτσι της Χαβάης, στο σκοτεινό φάντασμα που αναδυόταν από την τηλεόραση.
Η επιτυχία της συνέχισε τα επόμενα χρόνια με συμμετοχές στο σύμπαν του Lilo & Stitch, αλλά και στη σειρά του HBO Big Love (2006–2011), όπου υποδύθηκε τη Ρόντα Βόλμερ.
Η Τσέις είχε εμφανιστεί από πολύ μικρή ηλικία στην τηλεόραση, σε σειρές όπως Sabrina, The Teenage Witch, Charmed, The Practice και ER. Το 2001 συμμετείχε στο καλτ Donnie Darko ως Σαμάνθα Ντάρκο, ενώ είχε δανείσει τη φωνή της και στην αγγλική μεταγλώττιση του Spirited Away του Studio Ghibli.
Μετά το 2016 και την ταινία τρόμου «Jack Goes Home», αποσύρθηκε σε μεγάλο βαθμό από την υποκριτική. Αναφορές και περιγραφές κοντινών της ανθρώπων έκαναν λόγο για δυσκολίες, εκφοβισμό και ρήξη με την οικογένειά της, καθώς προσπαθούσε να βρει κάποια σταθερότητα στο Λος Άντζελες.