Μπορεί να έχει απομακρυνθεί από την πολιτική σκηνή της Ισπανίας εδώ και πολλά χρόνια, όμως ο πρώην πρωθυπουργός Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο, συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων, κυρίως λόγω του ότι βρίσκεται στο επίκεντρο μεγάλης έρευνας για πιθανή εμπλοκή του σε κύκλωμα δωροδοκιών.
Πολυτελή κοσμήματα αξίας έως και 3 εκατομμυρίων ευρώ, συλλεκτικά ρολόγια, βαλίτσες γεμάτες ακριβά δώρα και μια υπόθεση διαφθοράς που απειλεί να «τινάξει στον αέρα» την ισπανική κυβέρνηση. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας, Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο, ο οποίος κατηγορείται πως συμμετείχε σε δίκτυο ξεπλύματος χρήματος και παράνομων συναλλαγών με διασυνδέσεις από τη Βενεζουέλα μέχρι την Κίνα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Οι αστυνομικοί που ερεύνησαν το γραφείο του, βρήκαν μέσα σε χρηματοκιβώτιο πάνω από 100 αντικείμενα πολυτελείας: σκουλαρίκια, κολιέ, βραχιόλια, δαχτυλίδια με διαμάντια, αλλά και συλλεκτικά ρολόγια Omega και Longines. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένα εντυπωσιακό περιδέραιο με 14 πανάκριβα ρουμπίνια. Οι εισαγγελείς πιστεύουν ότι πρόκειται για μέρος του «θησαυρού» που απέκτησε μέσα από παράνομες διαδρομές χρημάτων και εικονικές συμφωνίες.


Ο Θαπατέρο παρουσιαζόταν για χρόνια ως προοδευτικός πολιτικός που υπερασπιζόταν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διαφάνεια. Ήταν γνωστός για τις μεταρρυθμίσεις του υπέρ των γυναικών, του γάμου ομοφύλων και της ισότητας. Σήμερα όμως βρίσκεται αντιμέτωπος με βαριές κατηγορίες για διακίνηση επιρροής, δωροδοκίες, ξέπλυμα χρήματος και ύποπτες σχέσεις με το καθεστώς της Βενεζουέλας, αναφέρει η Corriere della Sera.
Η ισπανική οικονομική αστυνομία παρέδωσε στον ανακριτή μια δικογραφία άνω των 4.000 σελίδων σχετικά με την υπόθεση της αεροπορικής εταιρείας Plus Ultra. Η έρευνα εξετάζει αν κρατικά χρήματα που δόθηκαν για τη διάσωση της εταιρείας κατά την πανδημία κατέληξαν σε παράνομες πληρωμές και εικονικές συμβάσεις.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σύμφωνα με τις αρχές, ο πρώην πρωθυπουργός φέρεται να ήταν στην κορυφή ενός δικτύου που δρούσε ανάμεσα στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική, με οικονομικές επαφές ακόμη και με κινεζικά συμφέροντα. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μέσα σε πέντε χρόνια έλαβε τουλάχιστον 2,6 εκατομμύρια ευρώ από εταιρείες που σήμερα ερευνώνται.
Στο χρηματοκιβώτιο του γραφείου του βρέθηκαν συνολικά 103 αντικείμενα πολυτελείας: 41 ζευγάρια σκουλαρίκια, 15 κολιέ, 11 βραχιόλια, 8 ρολόγια και δεκάδες ακόμη αξεσουάρ. Η γραμματέας του υποστήριξε ότι κάποια ήταν οικογενειακά κειμήλια της συζύγου του ή δώρα από ταξίδια.
Την περασμένη εβδομάδα οι αρχές πραγματοποίησαν την επιχείρηση με την κωδική ονομασία «Θιβέτ». Αστυνομικοί πήγαν χαράματα στο σπίτι του Θαπατέρο για να του ανακοινώσουν επίσημα ότι κατηγορείται στην υπόθεση Plus Ultra, ενώ άλλη ομάδα έκανε έρευνα στο επαγγελματικό του γραφείο στη Μαδρίτη και στα γραφεία της εταιρείας επικοινωνίας των δύο θυγατέρων του.
Ετοιμαζόταν να φύγει για Καράκας
Ισπανικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός ίσως ετοιμαζόταν να φύγει από τη χώρα. Λίγες ημέρες πριν ξεσπάσει δημόσια η υπόθεση, είχε αγοράσει αεροπορικό εισιτήριο για τον Άγιο Δομίνικο, με τελικό προορισμό το Καράκας μέσω ιδιωτικού αεροσκάφους. Ταξίδι το οποίο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, δεν υπήρχε σε καμία επίσημη ατζέντα.
Η έρευνα ξεκίνησε το 2024 μετά από πληροφορίες που έστειλαν στις ισπανικές αρχές οι ελβετικές και γαλλικές υπηρεσίες. Στο μικροσκόπιο μπήκε η διαχείριση 53 εκατομμυρίων ευρώ που είχε διαθέσει το ισπανικό κράτος για τη διάσωση της Plus Ultra.
Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι μέσω εταιρειών συμβούλων διοχετεύονταν χρήματα στον Θαπατέρο και στις επιχειρήσεις των θυγατέρων του με εικονικά τιμολόγια. Οι δικηγόροι του απαντούν ότι όλες οι πληρωμές αφορούσαν πραγματικές συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Παράλληλα, οι ερευνητές εξετάζουν και άλλες εταιρείες με δεσμούς στη Βενεζουέλα, οι οποίες φέρεται να μετέφεραν μεγάλα ποσά σε οργανισμούς και επιχειρήσεις που συνδέονται με τον πρώην πρωθυπουργό. Οι αρχές θεωρούν ότι πίσω από τις κινήσεις αυτές ίσως κρυβόταν μεσολάβηση για αγοραπωλησίες πετρελαίου της Βενεζουέλας.
Ο σημερινός πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, συνεχίζει να υπερασπίζεται τον προκάτοχό του και δηλώνει «ήρεμος» για την έκβαση της έρευνας ωστόσο, η υπόθεση προκαλεί έντονη πολιτική πίεση στην ήδη εύθραυστη κυβέρνησή του, ενώ ακόμη και σύμμαχοι του κυβερνητικού συνασπισμού εμφανίζονται πλέον ανήσυχοι για τις εξελίξεις.