Μία εβδομάδα μετά τον θάνατο του χρηματιστή που είχε καταδικαστεί για σεξουαλικά εγκλήματα, η Άνια, που δεν είναι το πραγματικό της όνομα, άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της στη Νέα Υόρκη. Απέναντί της βρισκόταν ο αδελφός του Τζέφρι Επστάιν, Μαρκ, ο οποίος, όπως λέει η ίδια, της ανακοίνωσε ότι έπρεπε να φύγει από το σπίτι.
Η Άνια ζούσε για χρόνια σε ένα από τα διαμερίσματα της East 66th Street στο Μανχάταν, τα οποία χρησιμοποιούσε ο Τζέφρι Επστάιν για να στεγάζει γυναίκες που κακοποιούσε και υπέβαλλε σε σεξουαλικά εγκλήματα. Μέσα σε μία στιγμή έχασε το σπίτι της, αλλά ταυτόχρονα κατάφερε να ξεφύγει από έναν εφιάλτη. Ο Μαρκ Επστάιν αρνείται ότι γνώριζε τις εγκληματικές πράξεις του αδελφού του.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Ακόμη προσπαθώ να αποδεχτώ το γεγονός ότι με κακοποιούσαν επί χρόνια», λέει η Άνια. «Δεν ήσουν δεμένη με αλυσίδες σε μια πόρτα, σωστά; Δεν ήσουν κλειδωμένη σε κάποιο υπόγειο. Οι αλυσίδες ήταν λιγότερο εμφανείς, αλλά υπήρχαν».
Σύμφωνα με άρθρο του BBC, ο Επστάιν, ο οποίος πέθανε το 2019 ενώ περίμενε να δικαστεί για τη σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων, έλεγε ότι το σύστημα που είχε δημιουργήσει έμοιαζε «με αίρεση και ότι εκείνος ήταν ο αρχηγός της», όπως θυμάται η Άνια.
Η γυναίκα έδωσε στο BBC μια σπάνια και λεπτομερή περιγραφή της ζωής της ως μία από τις «βοηθούς» του Επστάιν. Εξήγησε πώς ο χρηματιστής κατάφερνε να διατηρεί τον έλεγχο πάνω σε τόσα πολλά θύματα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Οι «βοηθοί» ήταν μια ομάδα γυναικών, περίπου δώδεκα σε ορισμένες περιόδους, σύμφωνα με την εκτίμηση της Άνια, τις οποίες στέγαζε ο Επστάιν. Οι γυναίκες αυτές έπρεπε να είναι διαθέσιμες όλες τις ώρες, να εκτελούν κάθε εντολή του και συχνά κακοποιούνταν σεξουαλικά από τον ίδιο. Η Άνια υποστηρίζει ότι τις πλησίαζαν με περίπλοκα ψέματα και κενές υποσχέσεις για εργασία.
Στη συνέχεια, ο Επστάιν άρχιζε σταδιακά να ελέγχει σχεδόν κάθε πλευρά της ζωής τους, εκμεταλλευόμενος οποιαδήποτε αδυναμία κατάφερνε να εντοπίσει. Όπως λέει, έλεγχε τα χρήματά τους, αποφάσιζε με ποιους ανθρώπους μπορούσαν να έχουν επαφές και τις υποτιμούσε ψυχολογικά. Παρακολουθούσε με εμμονή το σώμα τους και ανάγκασε την ίδια να υποβληθεί σε μια περιττή χειρουργική επέμβαση, η οποία της άφησε μόνιμα σημάδια.
Την περιγραφή της Άνια για τον έλεγχο που ασκούσε ο Επστάιν επιβεβαίωσε και η Σάρα Κέλεν, μία ακόμη πρώην βοηθός του. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, η Κέλεν κατέθεσε στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ και εξήγησε ότι ο Επστάιν παρουσιαζόταν ως ο σωτήρας των γυναικών.
«Ήταν πολύ καλός στο να καταστρέφει την ικανότητά σου να παίρνεις μόνη σου αποφάσεις και να έχεις τον έλεγχο της ζωής σου. Έτσι εξαρτιόσουν όλο και περισσότερο από εκείνον», ανέφερε.
Η κλινική ψυχολόγος Τάρα Κουίν-Σιρίλο, η οποία έχει εργαστεί με θύματα καταναγκαστικού ελέγχου, επισημαίνει ότι υπάρχει η λανθασμένη αντίληψη πως μόνο τα παιδιά μπορούν να πέσουν θύματα μιας τέτοιας διαδικασίας. «Μπορεί να σε χειραγωγήσουν ακόμη και όταν είσαι ενήλικος», εξηγεί. «Μπορείς να είσαι ευάλωτος σε αυτό».
«Ήταν μια πλήρως οργανωμένη παγίδα»
Μετά την καταδίκη του το 2008 για την κακοποίηση μιας έφηβης, την οποία είχε προσελκύσει στα σπίτια του με την υπόσχεση εργασίας ως μασέρ, ο Τζέφρι Επστάιν άλλαξε τακτική. Άρχισε να στοχεύει κυρίως ενήλικες γυναίκες, πολλές από τις οποίες προέρχονταν από τη Ρωσία ή άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Ωστόσο, η Άνια λέει ότι η ίδια και πολλές από τις γυναίκες που στρατολογήθηκαν έμοιαζαν ακόμη με έφηβες. Για να το δείξει, παρουσίασε στο BBC φωτογραφίες της από εκείνη την περίοδο. Η Άνια μεγάλωσε σε μια Ρωσία που προσπαθούσε να προσαρμοστεί μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Οι αυστηροί γονείς της τής επαναλάμβαναν ότι «η μόρφωση θα είναι η επιτυχία σου».
Οι επαγγελματικές ευκαιρίες, όμως, ήταν περιορισμένες. Έτσι, έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές της, έφυγε από τη Ρωσία και άρχισε να εργάζεται ως μοντέλο. Εργάστηκε στην Ευρώπη για μεγάλους οίκους πολυτελείας, όπως οι Fendi και Chanel. Είχε φίλους, ανθρώπους που τη στήριζαν και τη δυνατότητα να επιστρέφει στην οικογένειά της όποτε ήθελε.
Στις αρχές της δεκαετίας των είκοσι χρόνων της, βρέθηκε στον κύκλο του Επστάιν, όταν επισκέφθηκε ένα πρακτορείο μοντέλων στο Παρίσι και γνώρισε τον κυνηγό ταλέντων Ντάνιελ Σιάντ. Ο Σιάντ επαίνεσε την εξυπνάδα της, κάτι που, όπως λέει η ίδια, «δεν είναι συνηθισμένο στον χώρο της μόδας». Στη συνέχεια, της πρότεινε να τη γνωρίσει σε έναν φίλο του, ο οποίος είχε σημαντικές γνωριμίες στον κόσμο της μόδας. Αυτός ο φίλος ήταν ο Τζέφρι Επστάιν.
Η Άνια λέει ότι για πολύ καιρό αναρωτιόταν τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε περάσει από το πρακτορείο εκείνη την ημέρα. Σήμερα, όμως, πιστεύει ότι την είχαν στοχεύσει σκόπιμα. «Ήταν μια πλήρως οργανωμένη παγίδα», λέει, χαρακτηρίζοντας τον Σιάντ «ουσιαστικά επαγγελματία διακινητή ανθρώπων». Το όνομα του Σιάντ εμφανίζεται χιλιάδες φορές στα αρχεία Επστάιν, τη μεγάλη συλλογή εγγράφων για τον χρηματιστή που δημοσιοποίησε η αμερικανική κυβέρνηση τον Ιανουάριο. Ο δικηγόρος του Σιάντ δήλωσε ότι ο πελάτης του δεν ήταν διαθέσιμος για σχόλιο. Στο παρελθόν, πάντως, ο ίδιος είχε αρνηθεί ότι γνώριζε τον κίνδυνο που αποτελούσε ο Επστάιν.
Η Άνια συνάντησε για πρώτη φορά τον Επστάιν στο τεράστιο διαμέρισμά του στο Παρίσι, το οποίο είχε 18 δωμάτια. Στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες του μαζί με ισχυρούς ανθρώπους, ανάμεσά τους ο Μπιλ Κλίντον και άλλοι διεθνείς ηγέτες. Η ίδια λέει ότι αρχικά αισθάνθηκε άνετα, επειδή στον χώρο βρίσκονταν άλλες δύο γυναίκες. Η μία ήταν Ρωσίδα και η άλλη ήταν η τότε σύντροφος του Επστάιν, η οποία καταγόταν από την Ανατολική Ευρώπη.
Ο Επστάιν τής ζήτησε να γδυθεί, λέγοντας ότι ήθελε να εξετάσει το σώμα της για τη δουλειά του μόντελινγκ. Ενώ στεκόταν μπροστά του με τα εσώρουχα, εκείνος της είπε ότι «δεν ήταν σε καλή φόρμα», ότι έπρεπε «να αρχίσει να γυμνάζεται» και την αποκάλεσε τεμπέλα. Η Άνια εξηγεί ότι τέτοια σχόλια ήταν συνηθισμένα στον χώρο του μόντελινγκ. Έτσι, πίστεψε τον ισχυρισμό του ότι, αν δούλευε σκληρά, θα τη σύστηνε στους κατάλληλους ανθρώπους. Ο Επστάιν τη ρώτησε για την οικογένειά της, τα ενδιαφέροντά της, τι ήθελε να πετύχει στη ζωή της και γιατί είχε επιλέξει να ασχοληθεί με το μόντελινγκ.
«Στον χώρο της μόδας δεν σου κάνουν τέτοιες ερωτήσεις», λέει. Αρκετές γυναίκες έχουν αναφέρει στο BBC ότι ο Επστάιν προσπαθούσε να μαθαίνει τι είχε σημασία για κάθε γυναίκα, ώστε αργότερα να μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες εναντίον της. Παράλληλα, προσπάθησε να αντιμετωπίσει άμεσα τις υποψίες της. «Βλέπω ότι είσαι έξυπνη και καχύποπτη», θυμάται να της λέει.
«Δεν θέλω να κοιμηθώ μαζί σου». Τα λόγια αυτά την έκαναν να αισθανθεί ακόμη πιο ασφαλής. «Έλεγα στον εαυτό μου: Θεέ μου, αυτός ο άνθρωπος είναι απίστευτος. Μπορεί να με καταλάβει αμέσως», θυμάται.
«Πολύ περίπλοκη χειραγώγηση»
Αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας διαδικασίας χειραγώγησης που κράτησε πολλούς μήνες. Ο Επστάιν κρατούσε την Άνια κοντά του με ψεύτικες υποσχέσεις και μια προσεκτικά οργανωμένη εξαπάτηση. Για σχεδόν έναν χρόνο, η Άνια γυμναζόταν «με θρησκευτική προσήλωση», όπως λέει, ώστε να αποκτήσει το σώμα που ήθελε ο Επστάιν. Η Λέσλι Γκροφ, η εκτελεστική βοηθός του που διαχειριζόταν το πρόγραμμά του, της έστελνε μηνύματα και ζητούσε ενημέρωση για την πρόοδό της. Παράλληλα, ο Επστάιν την πίεζε να του στέλνει φωτογραφίες και της έλεγε να μην είναι «ντροπαλή», όταν απαιτούσε γυμνές φωτογραφίες.
Τελικά, όπως της είχε υποσχεθεί, κανόνισε μια συνάντηση ανάμεσα στην Άνια και τη Φέιθ Κέιτς, συνιδρύτρια του πρακτορείου μοντέλων Next Management. Η συνάντηση κράτησε λιγότερο από μισή ώρα. Στη συνέχεια, ενημέρωσαν την Άνια ότι ο Επστάιν θα της ανακοίνωνε το αποτέλεσμα.
Εκείνος της είπε ότι το πρακτορείο δεν ήθελε να τη συνεργαστεί μαζί της, επειδή «δεν ήταν αρκετά καλή για την αγορά της Νέας Υόρκης». Πρόσθεσε επίσης ότι ήταν «εκτός φόρμας». Η Άνια απογοητεύτηκε βαθιά. Τότε, ο Επστάιν της είπε να τον επισκεφθεί στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα, όπου εξέτιε την ποινή του, αλλά είχε δικαίωμα να βγαίνει από τη φυλακή κατά τη διάρκεια της ημέρας. Είχε πείσει την Άνια ότι η καταδίκη του οφειλόταν σε ένα κορίτσι που τον είχε εξαπατήσει χρησιμοποιώντας πλαστή ταυτότητα. Για να τον συναντήσει, η Άνια έπρεπε να υπογράψει σε ένα βιβλίο επισκεπτών που κρατούσε ένας ένστολος αστυνομικός. Ο Επστάιν την οδήγησε σε ένα πίσω δωμάτιο, όπου, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, τη βίασε για πρώτη φορά. Τουλάχιστον δύο ακόμη γυναίκες έχουν υποστηρίξει ότι κακοποιήθηκαν σεξουαλικά από εκείνον ενώ εξέτιε την ποινή του.
Μετά την επίθεση, ο Επστάιν την έβγαλε από το πίσω δωμάτιο και άρχισε να αστειεύεται με τις άλλες βοηθούς που περίμεναν έξω, λέγοντας ότι η Άνια ήταν «τόσο ντροπαλή». Όλες γέλασαν μαζί της. Η αντίδρασή τους έκανε την Άνια να κατηγορήσει τον εαυτό της για όσα είχαν συμβεί.
«Σκέφτηκα ότι ίσως δεν είχε συμβεί κάτι πραγματικά κακό. Ίσως η αντίδρασή μου ήταν λάθος», λέει. «Ίσως έφταιγε η ρωσική ανατροφή μου, ίσως το πόσο αυστηροί ήταν οι γονείς μου. Πίστευα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα και όχι με εκείνον». Μόνο όταν δημοσιεύθηκαν τα αρχεία Επστάιν, η Άνια λέει ότι κατάλαβε τι είχε πραγματικά συμβεί. Τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έδειχναν ότι, παρότι είχε συναντήσει προσωπικά τη Φέιθ Κέιτς, η ιδρύτρια του πρακτορείου την είχε στην πραγματικότητα απορρίψει έναν χρόνο νωρίτερα.
Η Άνια συνειδητοποίησε ότι ο Επστάιν την κρατούσε για μήνες σε αναμονή και ότι είχε οργανώσει τα πράγματα έτσι ώστε να αποτύχει. Όπως λέει, επρόκειτο για «μια πολύ περίπλοκη διαδικασία χειραγώγησης». Όταν πλέον ήταν ευάλωτη, απομονωμένη και μακριά από το σπίτι της, ο Επστάιν επιτέθηκε.
Η ψυχολόγος Τάρα Κουίν-Σιρίλο εξηγεί ότι αυτή η αργή και σταθερή διαδικασία χειραγώγησης έχει στόχο να μην ενεργοποιήσει το αίσθημα κινδύνου του θύματος. Τη συγκρίνει με τα αόρατα βομβαρδιστικά, τα οποία είναι σχεδιασμένα «να περνούν κάτω από τα ραντάρ». Ο δικηγόρος της Φέιθ Κέιτς δήλωσε ότι οποιοσδήποτε ισχυρισμός πως η πελάτισσά του γνώριζε ή συμμετείχε στη διακίνηση γυναικών από τον Επστάιν είναι ψευδής και συκοφαντικός. Πρόσθεσε ότι ο ισχυρισμός πως ο Επστάιν θα ανακοίνωνε στην Άνια την απόφαση του πρακτορείου ήταν «ασυνήθιστος, ψευδής και χωρίς επιβεβαίωση».
Σύμφωνα με τη δήλωση, το πρακτορείο αποφάσιζε μόνο του ποια μοντέλα θα προσλάμβανε και δεν ζητούσε την έγκριση του Επστάιν.
«Προφανώς, δεν υπάρχει τίποτα ασυνήθιστο στο να εξετάζεται ένα υποψήφιο μοντέλο και να απορρίπτεται από ένα πρακτορείο, ακόμη και περισσότερες από μία φορές», ανέφερε ο δικηγόρος.
Η Next Management δήλωσε ότι η εταιρεία δεν είχε καμία σχέση με τον Επστάιν και ότι οι φερόμενες ενέργειες της Κέιτς ήταν «αποκλειστικά δικές της».
«Έλα να δουλέψεις για μένα»
Ο Επστάιν συνέχισε να αφήνει ανοιχτή την προοπτική μιας καριέρας στο μόντελινγκ. Σύστησε την Άνια στον Ζαν-Λικ Μπρουνέλ, ιδρυτή του πρακτορείου MC2.
Δεν της αποκάλυψε, όμως, ότι ήταν ένας από τους χρηματοδότες της εταιρείας. Τα γραφεία της MC2 στο Μαϊάμι και τη Νέα Υόρκη έχουν πλέον κλείσει.
Ο ιδρυτής του εναπομείναντος παραρτήματος στο Ισραήλ έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι δεν είχε καμία σχέση με τον Επστάιν. Η Άνια λέει ότι μέσω του πρακτορείου προέκυψαν «σχεδόν μηδενικές» δουλειές. Αντίθετα, ο ατζέντης της τής έλεγε ότι θα ταξίδευε στο Παλμ Μπιτς για κάποια «απευθείας κράτηση».
Όμως εκεί δεν υπήρχε καμία δουλειά στο μόντελινγκ. Υπήρχε μόνο περισσότερη κακοποίηση από τον Επστάιν. Ύστερα από κάποιο διάστημα, ο Επστάιν της είπε ότι το μόντελινγκ δεν πήγαινε καλά για εκείνη και ότι ο συγκεκριμένος επαγγελματικός χώρος είχε πλέον πεθάνει.
Η Άνια θυμάται να της λέει: «Έλα να δουλέψεις για μένα. Θα σου μάθω μια πραγματική δουλειά. Θα ταξιδεύεις και θα γνωρίζεις σημαντικούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο». Η εργασία ως βοηθός του Επστάιν, όμως, δεν ήταν αυτό που είχε φανταστεί. Όπως λέει, δεν της έμαθε τίποτα σχετικά με τις επιχειρήσεις. Τις περισσότερες φορές καθόταν και περίμενε να της αναθέσει κάτι. Στη συνέχεια, εκείνος τη μάλωνε επειδή καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα. Μερικές φορές της έδινε απλές και ασήμαντες εργασίες: να απαντήσει στο τηλέφωνο, να οδηγήσει κάποιον σε μια αίθουσα συναντήσεων ή να ανακοινώσει την άφιξη ενός επισκέπτη.
Παρόλα αυτά, οι βοηθοί έπρεπε να είναι διαθέσιμες 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα. Μια φορά, η Άνια βγήκε για φαγητό με κάποιον. Όταν το έμαθε ο Επστάιν, «τρελάθηκε», όπως λέει. Την καλούσε συνεχώς και της ξεκαθάρισε ότι δεν μπορούσε ποτέ να φύγει από το σπίτι χωρίς την άδειά του.
Η Άνια ήταν πλέον πλήρως εξαρτημένη από εκείνον. Όταν αρρώσταινε και χρειαζόταν ιατρική φροντίδα, ο Επστάιν της έλεγε: «Εγώ είμαι η ιατρική σου ασφάλιση». Δεν είχε τραπεζικό λογαριασμό ούτε τα απαραίτητα έγγραφα για να νοικιάσει δικό της σπίτι. Παρόλα αυτά, ο Επστάιν την έδιωξε αρκετές φορές από το διαμέρισμα του Μανχάταν και της έλεγε «βρες μόνη σου πού θα μείνεις». Όπως εξηγεί, όλα αυτά αποτελούσαν ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου.
Ο Επστάιν άρχισε να της δίνει έναν μικρό μισθό μόνο έπειτα από χρόνια, επειδή αυτό απαιτούνταν για τη βίζα της. Συχνά της έλεγε: «Μην ανησυχείς, εγώ θα σε στηρίζω πάντα». Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, η σεξουαλική κακοποίηση συνεχιζόταν συχνά, σύμφωνα με τη μαρτυρία της.
Η Σάρα Κέλεν περιέγραψε μια παρόμοια κατάσταση στους Αμερικανούς βουλευτές. «Δεν είχα χρήματα, δεν είχα οικογένεια, δεν είχα μόρφωση και δεν πίστευα ότι άξιζα κάτι καλύτερο», είπε. Την ίδια ώρα, ο Επστάιν φρόντιζε να της δείχνει τη δύναμή του και τις γνωριμίες του.
«Ο Τζέφρι φρόντισε να γνωρίζω ότι, αν τον αψηφούσα, αυτό θα μπορούσε να μου κοστίσει τη ζωή», ανέφερε.
«Δεν θα στραφείς ποτέ εναντίον μου»
Σε μία περίπτωση, μία από τις βοηθούς το έσκασε, θυμάται η Άνια. Η γυναίκα τής είχε τηλεφωνήσει ενώ προσπαθούσε να διαφύγει. Αυτό έκανε την Άνια να φοβάται ότι ο Επστάιν θα μάθαινε πως είχαν επικοινωνήσει, επειδή τα κινητά τους ανήκαν σε εκείνον και παρακολουθούσε τις κλήσεις τους. Ο Επστάιν προσέλαβε ιδιωτικό ερευνητή για να εντοπίσει τη βοηθό που είχε εξαφανιστεί. Σύμφωνα με την Άνια, της έδειξε ένα μήνυμα στο οποίο είχε υπολογίσει όλα τα έξοδα που θεωρούσε ότι του χρωστούσε η γυναίκα. Το ποσό έφτανε τα 700.000 δολάρια.
Η Άνια κατάλαβε ξεκάθαρα το μήνυμα: αν φύγεις, θα μου χρωστάς χρήματα και θα σε κυνηγήσω για να τα πάρω πίσω. Αυτό δεν ήταν το μοναδικό όπλο που χρησιμοποιούσε εναντίον των γυναικών. Η Άνια λέει ότι συγκέντρωνε και υλικό που μπορούσε να τις εκθέσει. Της υπενθύμιζε με φαινομενικά αδιάφορο τρόπο ότι είχε γυμνές φωτογραφίες της. Σε μία περίπτωση συγκέντρωσε τις βοηθούς του για μια φωτογράφιση. Τις ενθάρρυνε να βγάλουν το πάνω μέρος των ρούχων τους και να χορεύουν χαρούμενες, ενώ επέμενε να καταγραφεί το περιστατικό σε βίντεο. Η Άνια θυμάται ότι είπε: «Με αυτόν τον τρόπο ξέρω ότι δεν θα στραφείτε ποτέ εναντίον μου».
Με αυτόν τον τρόπο άφηνε να εννοηθεί ότι θα ήταν δύσκολο για τις γυναίκες να υποστηρίξουν πως δεν συναινούσαν, αν εκείνος παρουσίαζε το βίντεο.
«Αυτή ήταν η βιβλιοθήκη των αποδείξεών του», λέει η Άνια. Ο Επστάιν υποχρέωνε επίσης τις βοηθούς του να του γράφουν μηνύματα, τα οποία αποκαλούσαν «επιστολές ευγνωμοσύνης». Σε αυτά έπρεπε να ευχαριστούν με υπερβολικό τρόπο τον άνθρωπο που τις κακοποιούσε.
«Φοβόμουν τόσο πολύ ότι δεν του έλεγα αρκετά συχνά “ευχαριστώ”», λέει η Άνια. «Πιστεύω ότι αυτές οι επιστολές ήταν ένας ακόμη τρόπος για να λέει: Πώς μπορείς να στραφείς εναντίον μου, όταν με ευχαριστείς συνεχώς;»
Ο Επστάιν προσπαθούσε επίσης να στρέφει τις βοηθούς τη μία εναντίον της άλλης. Άφηνε να εννοηθεί ότι κάποια άλλη γυναίκα ήταν «θυμωμένη» με την Άνια επειδή τη θεωρούσε «άχρηστη και τεμπέλα». Παράλληλα, της έλεγε ότι ο ίδιος την υπερασπιζόταν και ήταν «ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της».
Με αυτόν τον τρόπο εμπόδιζε τις γυναίκες να δημιουργήσουν πραγματικές σχέσεις μεταξύ τους, γεγονός που τις έκανε ευκολότερες στον έλεγχο. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Άνια σηκώνει την μπλούζα της και δείχνει αρκετές ουλές στην κοιλιά της. Στη συνέχεια, παρουσιάζει παλιές φωτογραφίες από την εποχή που εργαζόταν ως μοντέλο. Σε αυτές φαίνεται ένα μικρό τατουάζ που είχε κάνει όταν ήταν έφηβη. Ο Επστάιν ήθελε να το αφαιρέσει. Σύμφωνα με την Άνια, ένας γιατρός ήρθε στο σπίτι του. Ο Επστάιν δεν ήθελε να αφαιρεθεί το τατουάζ με λέιζερ, επειδή η διαδικασία θα διαρκούσε πολύ. Έτσι, πρότεινε στον γιατρό να κόψει το σημείο του δέρματος πάνω στο οποίο βρισκόταν το τατουάζ.
«Μόνο εγώ θα μπορούσα να σκεφτώ κάτι τέτοιο», θυμάται να λέει. Η Άνια υποβλήθηκε στην επέμβαση, η οποία της άφησε ουλές. Έναν χρόνο αργότερα, ο Επστάιν επέμενε να υποβληθεί ξανά στην ίδια διαδικασία, επειδή δεν του άρεσε το αποτέλεσμα.
«Ένα ολόκληρο σύστημα κακοποίησης»
Το «πιο ντροπιαστικό» μέρος της ζωής της δίπλα στον Επστάιν ήταν το γεγονός ότι έπρεπε να στρατολογεί και άλλες γυναίκες, λέει η Άνια, ενώ τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα.
Κάθε βοηθός έπρεπε να φέρνει τουλάχιστον μία ακόμη γυναίκα. Ο Επστάιν τούς έλεγε να επιλέγουν νεαρές γυναίκες που έμοιαζαν με την Άνια. «Είτε φέρεις μία είτε δέκα, έχεις ήδη γίνει μέρος του συστήματος», λέει.
Η Άνια εξηγεί ότι αποφάσισε να μιλήσει τώρα, επειδή θέλει να βοηθήσει τον κόσμο να καταλάβει πώς οι γυναίκες παγιδεύονταν από τον Επστάιν.
Θέλει επίσης να εξηγήσει ότι το σύστημά του δεν εκμεταλλευόταν μόνο παιδιά, αλλά και ενήλικες γυναίκες σαν την ίδια.
«Είχε δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύστημα κακοποίησης που εξυπηρετούσε τον ίδιο», λέει.
«Όταν βλέπεις ανθρώπους όπως ο Μπιλ Γκέιτς να έρχονται στο σπίτι του για δείπνο και να του σφίγγουν το χέρι, σκέφτεσαι: Ποια είμαι εγώ για να τον αμφισβητήσω; Ποια είμαι εγώ για να μιλήσω; Όλα αυτά έκαναν την κακοποίηση να φαίνεται νόμιμη».
Τόσο η Άνια όσο και η Σάρα Κέλεν έλαβαν αργότερα αποζημίωση από το Ταμείο Αποζημίωσης Θυμάτων του Επστάιν.
Το ταμείο δημιουργήθηκε για να προσφέρει οικονομική βοήθεια στις επιζώσες και απαιτούσε την κατάθεση στοιχείων που επιβεβαίωναν τις καταγγελίες κακοποίησης.
«Όσο ήταν ζωντανός, δεν μίλησα σε κανέναν για όλα αυτά», λέει η Άνια.
Σήμερα ελπίζει ότι η μαρτυρία της θα βοηθήσει έστω και μία γυναίκα να ξεφύγει από μια κακοποιητική σχέση.
«Δεν είμαι με κανέναν τρόπο ξεχωριστή», λέει. «Απλώς κατάφερα με κάποιον τρόπο να βρω μέσα μου τη δύναμη να αντέξω και να επιβιώσω. Αφού κατάφερα εγώ να το κάνω, μπορείς να το κάνεις και εσύ».