Μία σπάνια τηλεοπτική συνέντευξη έδωσε ο ανταποκριτής του ΣΚΑΪ στην Κωνσταντινούπολη, Μανώλης Κωστίδης και μίλησε για τη ζωή εκεί, την αγάπη του για την Ελλάδα και την οικογένειά του.
Ο έμπειρος δημοσιογράφος ήταν καλεσμένος την Παρασκευή (04.09.2026) στην εκπομπή «Studio στις 3», του ΣΚΑΪ με τη Νάνσυ Ζαμπέτογλου και τον Θανάση Αναγνωστόπουλο και μίλησε για όλα. Ο Μανώλης Κωστίδης υπογράμμισε ότι αγαπάει την πατρίδα του, ενώ δήλωσε ότι με την κυβέρνηση Ερντογάν οι Έλληνες της Πόλης ζουν καλά.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μιλώντας για τους ομογενείς που ζουν ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, ο Μανώλης Κωστίδης υπογράμμισε: «Νομίζω τώρα είμαστε πιο λίγοι. Είμαστε συγκεντρωμένοι και ενωμένοι. Πάντα υπάρχει μια γκρίνια, αλλά ενωμένοι είμαστε. Κοίταξε, πάντα υπάρχει τα μικροπράγματα, αλλά σε γενικό πλαίσιο είμαστε ενωμένοι. Μας δίνει το παράδειγμα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Γιατί όταν έχεις έναν ηγέτη, θρησκευτικό ηγέτη – ηγέτη του έθνους εγώ θα τον έλεγα – που τρέχει απ’ όλους περισσότερο και εσύ προσπαθείς να τον προλάβεις. Είμαστε ενωμένοι. Υπάρχει μια καθημερινότητα ωραία. Υπάρχουν ακόμη οι γειτονιές. Υπάρχουν 100 – 200 άτομα εκεί, είναι φιλικά για τους Έλληνες που ζουν στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό που θυμάμαι πάντα είναι όταν τη δεκαετία του ’80 επιστρέφαμε από την εκκλησία και η μητέρα μου κάθε φορά έλεγε στον πατέρα μου για πίεση “Νίκο αυτή την βδομάδα θα φύγουν 30 οικογένειες”. Μετά το κυπριακό έφευγαν…
Τα τελευταία 10 με 20 χρόνια, με τον Ερντογάν – όσο και αν μπορεί να ακούγεται παράδοξο στην ελληνική τηλεόραση εγώ το λέω – σαν ομογένεια ζούμε τα καλύτερά μας χρόνια των τελευταίων δεκαετιών. Γιατί υπάρχει μία διαφορετική αντιμετώπιση, δηλαδή υπάρχει στήριξη θα έλεγα. Κοίταξε, επέστρεψαν πολλές ακίνητες περιουσίες, άνοιξαν τα σχολεία. Aλλά είμαστε πολύ λίγοι πια. Δηλαδή είμαστε πολύ μικρή κοινότητα, είμαστε είδος προς εξαφάνιση πια. Пροσπαθούμε για το καλύτερο. Προσπαθούμε να διατηρήσουμε και τα σχολεία μας ανοιχτά», δήλωσε ο γνωστός δημοσιογράφος.
Μιλώντας για την καταγωγή του ο Μανώλης Κωστίδης υπογράμμισε: «Έχω γεννηθεί στην Πόλη από Ρωμιούς γονείς. Ζάππειο, Ζωγράφειο Λύκειο, στο οποίο επιστρέφω τώρα πάλι. Ο Θεός με αξίωσε να επιστρέψω, γιατί ήρθα, σπούδασα εδώ, μετά δουλειά και μετά επιστροφή πάλι στην Κωνσταντινούπολη».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Τη δεκαετία του ’80-’90 ήμασταν περίπου οκτώ με δέκα χιλιάδες, τώρα είναι περίπου δύο χιλιάδες», δήλωσε παράλληλα.
«Οι γονείς μου αποφάσισαν να μείνουν στην Κωνσταντινούπολη για βιοποριστικούς λόγους. Ο πατέρας μου είχε τη δική του δουλειά, ήταν έμπορος και υπήρχε η αγάπη για την Πόλη. Δηλαδή εδώ ήταν κάτι, άγνωστο. Δηλαδή εκεί ζεις, έχεις τους γνωστούς σου. Ο έμπορος έχει τους πελάτες που τον ξέρουν όλοι. Και όπως πολλοί Ρωμιοί έμειναν για αυτό το λόγο αλλά και η αγάπη για την Πόλη τους κράτησε. Αν υπήρχε δυνατότητα, στην Πόλη θα ζούσαμε. Δηλαδή εννοώ κι όλη η οικογένεια και εγώ ζω εκεί και επαγγελματικά. Όλοι οι Κωνσταντινουπολίτες που είναι εδώ, άμα τους μιλήσεις ρωτάνε όταν με βλέπουν “πως είναι η Πόλη;”», παραδέχτηκε στην ίδια συνέντευξη ο Μανώλης Κωστίδης.
Επίσης ο Μανώλης Κωστίδης μίλησε και για την αγάπη των ανθρώπων της Πόλης για την Ελλάδα.
«Ο πατέρας μου είναι από την Κοτύωρα, το επώνυμο προέρχεται από τη Χίο. Εμείς έχουμε μακρινούς συγγενείς από τη Χίο. Της μητέρας μου το σόι, Αντωνιάδου και Μερκούρου, είναι από Πόντο και Καππαδοκία. Κλασική περίπτωση Ρωμιών. Δηλαδή, η Κωνσταντινούπολη ήταν ο ελληνισμός από παντού. Και από την Ελλάδα, από την Ήπειρο, από τα νησιά, όπως και από την Καππαδοκία και από τον Πόντο.
Για μας η Ελλάδα είναι ιδέα. Η θεία του πατέρα μου, ήταν πέντε αδέρφια που ζούσαν στο ίδιο σπίτι. Άκουγαν από το πρωί ως το βράδυ ελληνική ραδιοφωνία, μάλιστα της Ορεστιάδας, με ένα παλιό ραδιόφωνο. Όταν πήγαινες το μεσημέρι να μιλήσεις, σου έλεγαν “σώπα, ακούμε ειδήσεις”. Το βράδυ το ίδιο. Δεν ήρθαν ποτέ στην Ελλάδα. Δεν ήξεραν τι είναι η Ελλάδα και την αγαπούσαν όσο περισσότερο μπορείτε να φανταστείτε», ανέφερε.
Τέλος αναφέρθηκε και στην πρώτη φορά που ταξίδεψε, στην Ελλάδα.
«Κι εγώ πρώτη φορά στην Ελλάδα ήρθα το 1988 για το Φεστιβάλ Αθηνών, με έναν θίασο, με ένα έργο, την “Ενδεκάτη Εντολή”. Ήμουν μικρός, Β’ Γυμνασίου», είπε, προσθέτοντας: «Μου φάνηκε μαγική. Όνειρο. Ζούσα ένα όνειρο».