Τα στοιχεία που έχουν διαβιβαστεί στα myDATA δεν είναι απαραιτήτως η τελευταία λέξη για τον υπολογισμό του φόρου, καθώς η Εφορία μπορεί να δεχθεί τη διόρθωση εσόδων όταν αποδεικνύεται ότι η ηλεκτρονική εικόνα δεν ανταποκρίνεται στη φορολογική πραγματικότητα, όπως συνέβη σε υπόθεση clawback.
Την ίδια ώρα, όμως, τα myDATA δεν υποκαθιστούν τα λογιστικά στοιχεία που πρέπει να διαθέτει μια επιχείρηση, με την Εφορία να μπορεί να απορρίψει δηλωμένες λογιστικές διαφορές όταν δεν υπάρχει επαρκής τεκμηρίωση για το πώς αυτές προέκυψαν.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αυτό είναι το διπλό μήνυμα που προκύπτει από πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, η οποία εξέτασε αφενός τον τρόπο με τον οποίο είχαν αποτυπωθεί ποσά clawback στα έσοδα επιχείρησης και αφετέρου την αδυναμία της να δικαιολογήσει πλήρως τις μόνιμες λογιστικές διαφορές που είχε δηλώσει.
Στην πρώτη περίπτωση, έγινε δεκτό ότι τα εμφανιζόμενα έσοδα έπρεπε να διορθωθούν, καθώς ποσά που σχετίζονταν με clawback είχαν επηρεάσει την ηλεκτρονική εικόνα χωρίς αυτή να αποτυπώνει σωστά το ύψος των εσόδων που έπρεπε τελικά να φορολογηθούν.
Πρόκειται για ένα σημαντικό στοιχείο για τις επιχειρήσεις, καθώς δείχνει ότι μια εγγραφή στην ηλεκτρονική πλατφόρμα δεν θεωρείται αμάχητη όταν ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει με τα απαραίτητα στοιχεία ότι υπάρχει πραγματικό λάθος ή διαφορετική φορολογική μεταχείριση.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η παγίδα της φορολογικής αναμόρφωσης
Διαφορετική ήταν, ωστόσο, η αντιμετώπιση των λογιστικών διαφορών που είχε δηλώσει η ίδια επιχείρηση.
Σύμφωνα με την απόφαση, δεν είχε προσκομιστεί κατάσταση φορολογικής αναμόρφωσης, παρότι η επιχείρηση όφειλε να τηρεί λογιστικό σύστημα που να επιτρέπει την παρακολούθηση τόσο της λογιστικής όσο και της φορολογικής βάσης.
Έτσι, δεν μπορούσε να τεκμηριωθεί ότι οι μόνιμες λογιστικές διαφορές που είχε δηλώσει ήταν πράγματι αυτές που έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά τον έλεγχο.
Το σημείο αυτό έχει άμεση οικονομική σημασία. Οι λογιστικές διαφορές είναι ποσά που μεταβάλλουν τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται ο φόρος μιας εταιρείας. Μια δαπάνη, για παράδειγμα, μπορεί να έχει καταχωριστεί κανονικά στα λογιστικά βιβλία αλλά να μην εκπίπτει φορολογικά, με αποτέλεσμα να πρέπει να προστεθεί ξανά στα φορολογητέα κέρδη.
Για αυτό και η απλή αναγραφή ενός ποσού στη φορολογική δήλωση δεν αρκεί. Η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να δείξει από πού προκύπτει, σε ποιες εγγραφές αντιστοιχεί και πώς συνδέεται με το λογιστικό αποτέλεσμα.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει έτσι δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου συστήματος: τα ηλεκτρονικά δεδομένα μπορούν να διορθωθούν όταν αποδεικνύεται ότι είναι λανθασμένα, αλλά οι αποκλίσεις που επικαλείται η ίδια η επιχείρηση πρέπει να στηρίζονται σε πλήρη και ελέγξιμη λογιστική τεκμηρίωση.