Αν ζείτε με γάτα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μπορείτε να ξεχωρίσετε ένα νιαούρισμα από ένα άλλο.
Ίσως ξέρετε ποιος ήχος σημαίνει ότι πεινάει, ποιος ακούγεται όταν θέλει να ανοίξει μια πόρτα και ποιος εμφανίζεται όταν απλώς απαιτεί λίγη περισσότερη προσοχή.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Δεν πρόκειται ακριβώς για «ελληνικά», αλλά για έναν κώδικα επικοινωνίας που δημιουργείται μέσα από τη συμβίωση.
Οι γάτες διαθέτουν ένα εντυπωσιακά πλούσιο ρεπερτόριο φωνητικών σημάτων.
Νιαουρίζουν, γουργουρίζουν, σφυρίζουν, γρυλίζουν και χρησιμοποιούν διαφορετικούς ήχους ανάλογα με την κατάσταση.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το ενδιαφέρον είναι ότι το νιαούρισμα των ενήλικων γατών φαίνεται να χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό στην επικοινωνία με τους ανθρώπους, ενώ η επικοινωνία μεταξύ ενήλικων γατών βασίζεται περισσότερο στη στάση του σώματος, στην όσφρηση και σε άλλα σήματα.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένα παγκόσμιο «λεξικό» που μεταφράζει κάθε νιαούρισμα σε μία συγκεκριμένη λέξη.
Ένα ψηλό και επίμονο νιαούρισμα δεν σημαίνει υποχρεωτικά «πεινάω», ούτε ένα χαμηλό σημαίνει πάντα «άφησέ με ήσυχη».
Το νόημα εξαρτάται από το πλαίσιο, τη συμπεριφορά του ζώου, τη στιγμή και την επανάληψη του ήχου.
Κάθε γάτα έχει τη δική της φωνή
Οι γάτες μπορούν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με το περιβάλλον και τον άνθρωπο με τον οποίο ζουν. Ο ιδιοκτήτης-κηδεμόνας, από την άλλη, αρχίζει σταδιακά να αναγνωρίζει συγκεκριμένα μοτίβα.
Ένα ζώο μπορεί να έχει ένα συγκεκριμένο νιαούρισμα όταν περιμένει το φαγητό του, ένα άλλο όταν θέλει να παίξει και ένα τρίτο όταν ζητά να ανοίξει η μπαλκονόπορτα.
Ο άνθρωπος μαθαίνει αυτές τις διαφορές μέσα από την καθημερινή επανάληψη, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται.
Και η γάτα μαθαίνει.
Αν ένα συγκεκριμένο νιαούρισμα έχει ως αποτέλεσμα να ανοίξει η πόρτα, να εμφανιστεί φαγητό ή να πάρει χάδια, η συμπεριφορά μπορεί να επαναληφθεί.
Με άλλα λόγια, η επικοινωνία λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: ο άνθρωπος αποκωδικοποιεί τη γάτα και η γάτα μαθαίνει ποιο σήμα «πιάνει» στον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Πώς ξεχωρίζεις το «πεινάω» από το «βαριέμαι»;
Δεν υπάρχει ένας απόλυτος κανόνας, αλλά υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να βοηθήσουν. Η ώρα της ημέρας, η θέση όπου βρίσκεται η γάτα, η στάση του σώματος και το τι κάνει αμέσως μετά το νιαούρισμα είναι συχνά εξίσου σημαντικά με τον ίδιο τον ήχο.
Αν η γάτα στέκεται δίπλα στο μπολ, κοιτάζει επίμονα προς την κουζίνα και επαναλαμβάνει το νιαούρισμα την ώρα που συνήθως τρώει, το μήνυμα είναι σχετικά εύκολο να ερμηνευτεί.
Αντίθετα, ένα ζώο που περιφέρεται στο σπίτι, αναζητά τον άνθρωπό του και επιμένει να τραβά την προσοχή του μπορεί να ζητά αλληλεπίδραση ή παιχνίδι.
Το σώμα δίνει επίσης πληροφορίες. Η θέση των αυτιών, η ουρά, τα μάτια και η γενικότερη στάση μπορούν να αλλάξουν εντελώς το νόημα ενός φωνητικού σήματος. Γι` αυτό και η προσπάθεια να «μεταφράσουμε» μια γάτα ακούγοντας μόνο το νιαούρισμά της μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα.
Η σχέση φτιάχνει τη «διάλεκτο»
Όσο περισσότερο χρόνο περνούν μαζί άνθρωπος και γάτα, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες μαθαίνει ο ένας για τον άλλον. Ο ιδιοκτήτης-κηδεμόνας αρχίζει να αντιλαμβάνεται μικρές διαφορές στη φωνή, ενώ η γάτα συνδέει συγκεκριμένους ήχους με συγκεκριμένες αντιδράσεις.
Έτσι δημιουργείται κάτι που μοιάζει με προσωπική διάλεκτο. Δεν είναι μια πραγματική γλώσσα με γραμματική και λεξιλόγιο, αλλά ένα σύστημα σημάτων που αποκτά διαφορετικό νόημα μέσα σε κάθε σχέση.