Αθλητικά

Νίστρουπ: Τα «παιχνίδια βγαλμένα από την κόλαση», ο «γίγαντας» Παναθηναϊκός και το άκυρο που λίγο έλειψε να δεχθεί στον Βοτανικό

Η μεγάλη και αποκαλυπτική συνέντευξη που έδωσε ο προπονητής του Παναθηναϊκού
Προσθήκη του newsit.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

O προπονητής του Παναθηναϊκού, Τζέικομπ Νίστρουπ, μίλησε στο κανάλι της Superbet για το Τριφύλλι, την Ευρώπη, το “περιστατικό” που είχε στον Βοτανικό και στην προσπάθειά του να πάει έναν φίλο του στο υπό κατασκευή γήπεδο των “πρασίνων” αλλά και τη ζωή στην Αθήνα

Σε δηλώσεις που έκανε στο κανάλι του κεντρικού χορηγού του Παναθηναϊκού στο YouTube, ο Τζέικομπ Νίστρουπ μίλησε χωρίς περιορισμούς για όσα έχει ζήσει μέχρι σήμερα μέσα και έξω από τα γήπεδα.

Από την απαιτητική καθημερινότητα στον πάγκο του Παναθηναϊκού, την πίεση των προκριματικών του Conference League αλλά και την πίεση που έχει η προσπάθεια για επιστροφή στους τίτλους, έως τις εμπειρίες του από την Κοπεγχάγη και τα πρώτα βήματά του στην προπονητική.

Ο Δανός προπονητής άνοιξε πολλά κεφάλαια της πορείας του, εξωγηπεδικής και μη. Ο Νίστρουπ μίλησε ακόμη για τη ζωή του στην Αθήνα και τη σύνδεση που αισθάνεται πως χτίζει με τον Παναθηναϊκό, αναφέρθηκε στη συνεργασία του με τον Στέφανο Κοτσόλη και στο νέο γήπεδο που ετοιμάζεται στον Βοτανικό. Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση είχε και η προσωπική του ζωή, με τον ίδιο να μοιράζεται την ιδιαίτερα συγκινητική ιστορία της υιοθεσίας της κόρης του.

Όσο για το μήνυμα προς τον κόσμο του Παναθηναϊκού, ο προπονητής των “πράσινων” έθεσε ξεκάθαρα το πλαίσιο μέσα στο οποίο θέλει να κινηθεί η ομάδα: “Κάνουμε τα πράγματα σωστά, θα έχουμε μία δίκαιη ευκαιρία να διεκδικήσουμε το πρωτάθλημα. Κι αυτός είναι ο στόχος και αυτό είναι που θα κάνουμε τα πάντα για να πετύχουμε”.

Η συνέντευξη του Τζέικομπ Νίστρουπ:

-Έχει φύγει η πίεση από τους ώμους σας μετά από τη πρόκριση στην League Phase του Conference League;

«Ένα μέρος της πίεσης. Δεν νομίζω ότι θα βρεις ποτέ μία ημέρα στον Παναθηναϊκό όπου δεν υπάρχει τεράστια πίεση τόσο στους παίκτες όσο και, προφανώς, κυρίως στον προπονητή. Τα παιχνίδια προκριματικών, ειδικά όταν πρόκειται για το Conference League, όταν δεν υπάρχει καμία ασφάλεια, έχουν δύο κατευθύνσεις. Είτε είσαι μέσα είτε είσαι εντελώς έξω.

Οπότε είναι άσπρο ή μαύρο, δεν υπάρχει τίποτα ενδιάμεσα. Όπως είπα και για πλάκα, τα παιχνίδια των προκριματικών είναι τα παιχνίδια από την… κόλαση, γιατί όλα είναι πάνω στο τραπέζι, με μεγάλες συνέπειες, ειδικά σε επίπεδο ταυτότητας αν αποτύχεις. Αυτή είναι η πίεση. Οπότε έχει περισσότερο την έννοια ότι ένα μέρος της πίεσης έχει φύγει όσον αφορά το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, αλλά προφανώς τώρα υπάρχουν νέες προσδοκίες και αρχίζουν οι εγχώριες διοργανώσεις και ανυπομονούμε γι’ αυτό».

-Αναφέρατε ότι έχετε ήδη ερωτευτεί τον Παναθηναϊκό. Τι σημαίνει αυτό, ειδικά μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;

«Όταν αποφασίζεις να φύγεις έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια στην Κοπεγχάγη και αποφασίζεις να κάνεις ένα νέο βήμα, να δημιουργήσεις ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή σου, τότε προφανώς είναι ένα μεγάλο βήμα το να πας στην Ελλάδα, όταν έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κοπεγχάγη, στη Σκανδιναβία. Υπάρχουν άλλες χώρες που είναι πολύ πιο κοντά, όπου ίσως η κουλτούρα είναι λίγο πιο παρόμοια με εκείνη από την οποία προέρχομαι στον Βορρά.

Αλλά όταν αποφάσισα να έρθω εδώ, προφανώς έχω πει τα πάντα όσον αφορά το πόσο τεράστιος σύλλογος είναι, αλλά είναι επίσης περισσότερο το να μάθω και να αισθανθώ την κουλτούρα της Νότιας Ευρώπης. Και για μένα όλο το πάθος για το ποδόσφαιρο, ο ενθουσιασμός, όλα τα συναισθήματα, στα καλά και στα άσχημα, αυτό το roller coaster, είναι κάτι στο οποίο μου αρέσει να συμμετέχω. Και ένιωσα πολύ, πολύ… και το υπόλοιπο δανέζικο επιτελείο επίσης, αισθανθήκαμε σαν στο σπίτι μας από την πρώτη ημέρα, παρόλο που όλοι ξέρουμε ότι στο ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν γρήγορα, προς το καλό ή το κακό. Αλλά έχουμε αγαπήσει κάθε ημέρα που βρισκόμαστε εδώ. Καλοί άνθρωποι. Και, όπως είπα, υπάρχει τεράστιο, τεράστιο πάθος γύρω από τον σύλλογο, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για μένα».

-Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για την προσωπική σας ιστορία, τη ζωή σας. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια μεγαλώνοντας στη Δανία;

«Νομίζω ότι, ευτυχώς για την πλειονότητα των παιδιών στη Σκανδιναβία και τη Δανία, αλλά και στην Κοπεγχάγη, υπάρχει ασφάλεια. Υπάρχει ένα πολύ, πολύ μεγάλο δίχτυ ασφαλείας στη δανέζικη κοινωνία. Είχα καλά και ήρεμα παιδικά χρόνια με την οικογένειά μου. Δεν έχω απολύτως τίποτα για το οποίο να παραπονεθώ.

Πάντα ζούσα στην Κοπεγχάγη, εκεί πήγα σχολείο, εκεί είχα την καριέρα μου ως ποδοσφαιριστής και στη συνέχεια ξεκίνησα ως προπονητής. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην πρωτεύουσα της Δανίας».

-Ήσασταν καλός μαθητής ή όχι;

«Ήμουν εντάξει, στην πραγματικότητα. Ήμουν εντάξει».

-Τι σημαίνει “ εντάξει”;

«Τι σημαίνει “ εντάξει”; Όταν σταμάτησα την καριέρα μου ως ποδοσφαιριστής, νομίζω όταν ήμουν 22 ετών, προφανώς πρέπει να ξέρεις τι θα κάνεις στη συνέχεια. Οπότε όταν άρχισα να προπονώ το 2011 στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης, παράλληλα άρχισα και σπουδές για να γίνω δάσκαλος. Δυστυχώς δεν τις ολοκλήρωσα, επειδή το καλοκαίρι του 2014, αν θυμάμαι σωστά, μου προσφέρθηκε η πρώτη μου δουλειά πλήρους απασχόλησης ως προπονητής στην Κ17 της Κοπεγχάγης, την οποία είχα για τέσσερα χρόνια. Αν ήθελα να το κάνω αυτό, δεν ήταν δυνατό για μένα να ολοκληρώσω τον τελευταίο χρόνο των σπουδών μου ως δάσκαλος. Αλλά μου άρεσε όσο σπούδαζα».

-Πότε αρχίσατε για πρώτη φορά να ενδιαφέρεστε για το ποδόσφαιρο; Και πείτε μου, ήσασταν καλός ποδοσφαιριστής;

«Όχι, δεν ήμουν καλός ποδοσφαιριστής. Ήμουν ένας μέτριος ποδοσφαιριστής. Έπαιξα σε όλες τις ομάδες Νέων της Κοπεγχάγης και πέρασα τρία χρόνια στην ομάδα της Κοπεγχάγης, αλλά δεν έπαιξα πολλά παιχνίδια. Οπότε ξεκίνησα νωρίς. Το ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο ήρθε πολύ, πολύ νωρίς. Νομίζω ότι ξεκίνησα να παίζω όταν ήμουν επτά ή οκτώ ετών. Πάντα απολάμβανα το ποδόσφαιρο.

Αλλά για μένα δεν είναι τόσο πολύ το ίδιο το άθλημα. Αν δεν ήταν να γίνω προπονητής ποδοσφαίρου, τότε θα ήμουν προπονητής σε κάποιο άλλο άθλημα, σε ομαδικό άθλημα. Γιατί εγώ είμαι ένας πολύ κοινωνικός άνθρωπος. Οπότε αυτό που σημαίνει τα πάντα για μένα είναι να κερδίζουμε μαζί, να χάνουμε μαζί, να βιώνουμε όλα τα συναισθήματα μαζί. Νομίζω ότι αυτό είναι που με οδηγεί. Το να είμαι μέρος από κάτι που δεν ανήκει μόνο σε μένα, αλλά σε πολλούς ανθρώπους.

Και σε αυτόν τον σύλλογο είναι το επιτελείο, οι παίκτες και προφανώς και ο τεράστιος αριθμός φιλάθλων που έχουμε στην Αθήνα και στην Ελλάδα».

-Είχατε κάποιο ποδοσφαιρικό είδωλο ως παίκτη ή ως προπονητή;

«Όχι, στην πραγματικότητα. Δεν είχα ποτέ μεγάλα είδωλα. Δεν κοίταζα ποτέ έναν ή δύο συγκεκριμένους παίκτες. Για μένα αυτό που είχε πάντα ενδιαφέρον, τόσο όταν ήμουν νεότερος όσο και τώρα που είμαι προπονητής, ήταν να βλέπω τη συνοχή των ομάδων.

Λατρεύω να βλέπω καλές ομάδες να δημιουργούνται. Λατρεύω να βλέπω ομάδες να αποδίδουν εβδομάδα με την εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται στην απόλυτη κορυφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου ή αν είναι μικρότεροι σύλλογοι στη Δανία και την Ελλάδα που αποδίδουν πάνω από το μπάτζετ τους. Οπότε δεν είχα ποτέ πραγματικά είδωλα, αλλά έχω αναλύσει και παρακολουθήσει ορισμένες από τις καλύτερες ομάδες σε διαφορετικές χώρες τα τελευταία δέκα χρόνια».

-Και πώς πήρατε τη μεγάλη απόφαση να γίνετε προπονητής ποδοσφαίρου;

«Ήμουν στην πραγματικότητα αρκετά τυχερός, γιατί όταν σταμάτησα την ποδοσφαιρική μου καριέρα το 2010-11, έπαιζα ποδόσφαιρο στην FC Copenhagen από την ηλικία των οκτώ ετών. Οπότε είναι προφανώς ένας σύλλογος με τον οποίο είμαι πολύ, πολύ στενά συνδεδεμένος.

Είχα διάφορους ρόλους στον σύλλογο: πρώτος προπονητής, βοηθός προπονητή, προπονητής Κ17, παίκτης, παίκτης στις ομάδες Νέων και ούτω καθεξής. Όταν λοιπόν σταμάτησα να παίζω και όλα ήταν μαύρα, “ τι κάνω τώρα;”, ήταν ακριβώς η περίοδος κατά την οποία η Κοπεγχάγη ξεκίνησε τις τεράστιες επενδύσεις της στο τμήμα ανάπτυξης ταλέντων, το οποίο χτίστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 μέχρι εκεί που βρίσκεται σήμερα, το 2026.

Και έτσι δούλεψα με μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα του δανέζικου και σκανδιναβικού ποδοσφαίρου, με κάποιους από τους καλύτερους προπονητές που υπήρξαν στο δανέζικο ποδόσφαιρο τα τελευταία πολλά χρόνια. Οπότε ήταν αρκετά εύκολο για μένα να ξεκινήσω το 2011, γιατί ήταν μία εξαιρετική ευκαιρία να ξεκινήσω στον σύλλογο που αγαπώ, αλλά και σε έναν σύλλογο που εκείνη την εποχή ήθελε να ανεβάσει πάρα πολύ το επίπεδο στην ανάπτυξη ταλέντων».

-Είχατε κάποια αγαπημένη ομάδα στη Δανία όταν ήσασταν παιδί;

«Ναι, την Κοπεγχάγη, γιατί είμαι από ένα μικρό νησί έξω από την Κοπεγχάγη που λέγεται Άμαγκερ. Είναι εκεί όπου βρίσκεται το αεροδρόμιο, το αεροδρόμιο της Κοπεγχάγης. Και υπάρχει ένας μικρός σύλλογος εκεί που λέγεται Fremad Amager. Αυτός ήταν ο πρώτος μου σύλλογος…»

-Η τοπική σας ομάδα.

«Ναι, η τοπική ομάδα. Σωστά, η τοπική ομάδα. Αλλά άλλαξα. Μετακινήθηκα στην Κοπεγχάγη όταν ήμουν οκτώ ή εννέα ετών. Οπότε ήμουν εκεί, ξέρεις, σε όλη τη διάρκεια της νεότητάς μου.

Και επίσης όταν ήμουν μικρό παιδί. Οπότε για μένα υπήρχε μία… ξέρεις, η Κοπεγχάγη είναι η ομάδα μου στη Δανία και θα είναι πάντα».

-Και στην Ευρώπη; Ίσως κάποια μεγάλη ομάδα;

«Όχι, αλλά ποτέ δεν μου άρεσε… Στην πραγματικότητα είναι μία αστεία ιστορία. Όταν ήμουν 11 ετών, το 1999, ήταν όταν η Μπάγερν Μονάχου έπαιξε με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στον τελικό του Champions League.

Και όλοι οι Δανοί, όλοι στη Δανία, έπρεπε να υποστηρίζουν τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, επειδή ο Πέτερ Σμάιχελ, ο Δανός τερματοφύλακας, ήταν ο τερματοφύλακας σε εκείνο το παιχνίδι. Αλλά εγώ ήμουν λίγο σε φάση: “ Εντάξει, αν όλοι εσείς είστε με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τότε εγώ θα πάρω την Μπάγερν Μονάχου”.

Και μετά η Μπάγερν Μονάχου ήταν μπροστά, ξέρεις, μέχρι το τελευταίο, τελευταίο λεπτό. Μετά έγινε το 1-1 και στη συνέχεια το 2-1 και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κέρδισε. Και πραγματικά, ως μικρό παιδί, ήταν πολύ, πολύ δύσκολο για μένα να βλέπω τις εικόνες…

Θυμάμαι τον Σάμουελ Κουφούρ. Θυμάμαι τον κεντρικό αμυντικό να κάθεται στα γόνατά του στο Καμπ Νου, στον κεντρικό κύκλο, και να κλαίει».

-Μετά το παιχνίδι;

«Ναι, ήταν σκληρές εικόνες για μένα να τις παρακολουθώ. Οπότε αν υπάρχει ένας σύλλογος τον οποίο έχω παρακολουθήσει λίγο περισσότερο, αυτός είναι στην πραγματικότητα η Μπάγερν Μονάχου».

-Ως προπονητής είχατε μία μεγάλη ιστορία επιτυχιών στην Κοπεγχάγη, αλλά είχατε και δύσκολες στιγμές.

«Ναι, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι μέρος του να είσαι προπονητής. Αν θέλω να πω ολόκληρη την ιστορία μου στην Κοπεγχάγη, τότε μερικά από τα χρόνια για τα οποία αισθάνομαι τη μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη ήταν τα χρόνια στην Ακαδημία, όπου εξελίχθηκα, όπου έμαθα πολλά, όπου δούλεψα με τα μεγαλύτερα ταλέντα του σκανδιναβικού ποδοσφαίρου, από τα οποία επίσης έμαθα πολλά.

Αγάπησα την περίοδό μου στις δύο θητείες μου ως βοηθός προπονητή υπό δύο προπονητές. Γενικά αγάπησα επίσης την περίοδό μου ως πρώτος προπονητής της Κοπεγχάγης. Είχαμε λίγο περισσότερα από τρία χρόνια με λίγο-πολύ μόνο επιτυχίες και στη συνέχεια οι τελευταίοι έξι μήνες ήταν εξαιρετικά δύσκολοι.

Αλλά αν θέλεις να εξελιχθείς ως προπονητής, πρέπει να κερδίζεις τίτλους, αλλά πρέπει επίσης να αισθάνεσαι τον πόνο πού και πού. Είχα λίγο περισσότερα από τριάμισι χρόνια ως προπονητής της Κοπεγχάγης, τέσσερις τίτλους, παίξαμε τρεις φορές στο Champions League, δύο φορές στους “ 16”, μία στο Champions League και μία στο Conference League, και πουλούσαμε μεγάλα ταλέντα κάθε καλοκαίρι για τεράστια ποσά χρημάτων.

Οπότε αν με ρωτούσες πριν ξεκινήσω ως πρώτος προπονητής αν θα δεχόμουν αυτό το αποτέλεσμα στο τέλος, θα έλεγα: “ Εντάξει, αυτό θα το δεχόμουν οποιαδήποτε ημέρα”. Αλλά δεν θα πω ψέματα, οι τελευταίοι έξι μήνες ήταν πολύ, πολύ δύσκολοι. Και στο τέλος ήταν η σωστή λύση τόσο για μένα όσο και για τον σύλλογο να αποφασίσουμε να χωρίσουμε τους δρόμους μας για εκείνη τη στιγμή».

-Και τι έγινε με τη μετακίνηση στην Αθήνα και τον Παναθηναϊκό; Μπορείτε να μας πείτε την ιστορία;

«Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να σας δώσω όλες τις λεπτομέρειες, αλλά σταμάτησα, ξέρεις, στα τέλη Μαρτίου στην Κοπεγχάγη. Και μετά ουσιαστικά μπορούσα να κινηθώ προς δύο κατευθύνσεις, εγώ και κάποια μέλη του δανέζικου επιτελείου.

Η μία κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι, για να είμαι ειλικρινής, επειδή είχαμε πολλές προτάσεις από τη Γερμανία κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών μου στην Κοπεγχάγη. Οπότε μπορούσες να αποφασίσεις να πας σε έναν γερμανικό σύλλογο, στην Bundesliga, ή μπορούσες να κινηθείς προς την άλλη κατεύθυνση και να πας σε ένα πρωτάθλημα χαμηλότερης κατάταξης, λίγο σαν το δανέζικο, το ολλανδικό ή το σκωτσέζικο, και να αναλάβεις εκεί τον πολύ, πολύ μεγάλο σύλλογο που έπρεπε να παλέψει για τίτλους και να προκριθεί στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Οπότε όταν μπήκε ο Παναθηναϊκός στην εικόνα, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Μπορείς να πεις στον εαυτό σου ότι αυτό θα μπορούσε να είναι ένα πολύ, πολύ ενδιαφέρον πρότζεκτ για να συμμετέχεις. Όπως έχω πει, ένας κοιμώμενος γίγαντας, ένας τεράστιος σύλλογος με πολύ, πολύ μεγάλη ιστορία, όπου ξέρω ότι η πίεση είναι τεράστια, κάτι που, για να είμαι ειλικρινής, μου αρέσει.

Βλέπω πολλές ομοιότητες με όσα έχω βιώσει και με όσα έχω εμπειρία στο παρελθόν και νομίζω ότι αυτό ήταν το βασικό πράγμα για μένα, που με έκανε να δίνω όλο και περισσότερη προσοχή στο πρότζεκτ του Παναθηναϊκού κατά τη διάρκεια του Μαΐου».

-Κόουτς, είστε επίσης οικογενειάρχης, είστε πατέρας και υπάρχει μία ωραία ιστορία με το βραχιόλι που φοράτε. Έχουμε φωτογραφίες από αυτό. Μπορείτε να μας πείτε την ιστορία;

«Όχι, απλώς, ξέρεις, το έφτιαξε η κόρη μου στο νηπιαγωγείο. Στην πραγματικότητα, το είχε φτιάξει επίσης… Δεν το φοράω σήμερα, οπότε ελπίζω να μη δει τη συνέντευξη. Υιοθετήσαμε ένα κορίτσι όταν ήταν λίγο μεγαλύτερο από δύο ετών. Σήμερα είναι οκτώ, οπότε αυτό προφανώς είναι μία σπουδαία ιστορία από μόνο του.

Δεν είναι εύκολο να υιοθετήσεις ένα κορίτσι στην ηλικία των δύο ετών και αυτός ήταν επίσης ο λόγος που πήγαμε σε έναν άλλο δανέζικο σύλλογο που λέγεται Βίμποργκ…»

-Από τη Βίμποργκ στην Κοπεγχάγη…

«Ναι. Ήμουν βοηθός προπονητή στην Κοπεγχάγη για έναν χρόνο και στη συνέχεια πήρα τη δουλειά του πρώτου προπονητή στη Βίμποργκ, που είναι ένας μικρότερος σύλλογος στη Δανία, αλλά ένας πολύ, πολύ σπουδαίος σύλλογος και ήμουν πολύ χαρούμενος που βρισκόμουν εκεί. Ήμουν εκεί για 18 μήνες και έπρεπε να σταματήσω στα μέσα της σεζόν επειδή υιοθετήσαμε ένα κορίτσι.

Και πραγματικά σήμερα είμαι πολύ, πολύ ευγνώμων στη διοίκηση της Βίμποργκ που με άφησε να φύγω στη μέση της σεζόν, όταν ήμασταν πρώτοι στη δεύτερη κατηγορία. Δεν ήταν εύκολο γι’ αυτούς, αλλά με άφησαν να επιστρέψω στην Κοπεγχάγη. Οπότε αυτή βασικά είναι η ιστορία. Υιοθετήσαμε ένα κορίτσι σε ηλικία δύο ετών και σήμερα είναι χαρούμενη και υγιής».

-Είναι μία γενναία απόφαση…

«Δεν θα έλεγα ότι είμαι γενναίος, ξέρεις. Νομίζω ότι είναι αρκετά φυσιολογικό για τους περισσότερους ανθρώπους να αποκτούν παιδιά, αλλά αυτός ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσαμε να αποκτήσουμε παιδί και είμαστε πολύ, πολύ χαρούμενοι γι’ αυτό σήμερα».

-Τι λέτε για τη ζωή στην Αθήνα; Είναι διαφορετική από τη ζωή στην Κοπεγχάγη;

«Το λέω με όλο τον σεβασμό τόσο προς την Κοπεγχάγη όσο και προς την Αθήνα, αλλά οι κουλτούρες μας συγκρούονται με πολλούς, πολλούς τρόπους. Έχω πει σε πολλούς στον Παναθηναϊκό ότι αισθάνομαι πως κάθε πόλη στην οποία πηγαίνω, όταν ταξιδεύουμε, μοιάζει άδεια αφού βρίσκομαι πλέον τρεις μήνες στην Αθήνα.

Τεράστια πόλη. Απολαμβάνω τη ζωή, για να είμαι ειλικρινής. Το βραδινό αργά είναι κάτι που στην πραγματικότητα μου αρέσει περισσότερο από το να τρώω νωρίς. Πάρα πολλές οικογένειες στην Κοπεγχάγη τρώνε βραδινό στις 5:30, στις 6:00».

-Είναι κάτι καινούργιο για εσάς, σωστά;

«Είναι κάτι καινούργιο για μένα, αλλά στην πραγματικότητα μου αρέσει. Μέχρι τώρα έχω δει μόνο ανοιχτόμυαλους ανθρώπους που είναι φιλικοί, αλλά βλέπω επίσης ότι η ζωή στην Αθήνα μπορεί να είναι λίγο πιο χαοτική, με θετικό τρόπο, σε σχέση με την Κοπεγχάγη, όπου, ξέρεις, ένας κανόνας είναι κανόνας.

Αν πρέπει να σταματήσεις, πρέπει να σταματήσεις. Αν είναι κόκκινο, είναι κόκκινο. Δεν είναι “ σχεδόν κόκκινο”, ξέρεις. Έχω μάθει ότι όταν φτάνω σε έναν δρόμο πρέπει να κοιτάξω δεξιά, πρέπει να κοιτάξω αριστερά και μετά πρέπει να κοιτάξω ξανά δεξιά και τότε μπορώ να περάσω. Αλλά το αγαπώ. Μου αρέσει. Και για να είμαι ειλικρινής, είναι επίσης ένας από τους λόγους που επέλεξα να έρθω στον Παναθηναϊκό, για να ζήσω κάτι εντελώς διαφορετικό».

-Λοιπόν, Freddo Espresso ή Danny Soclet;

«Για να είμαι ειλικρινής, στην πραγματικότητα Freddo Espresso ή Freddo Cappuccino. Αλλά επίσης, προφανώς δεν θα παρήγγελνες έναν Freddo Cappuccino με μείον πέντε βαθμούς τον Ιανουάριο στην Κοπεγχάγη. Σου το υπόσχομαι αυτό. Τότε θα έπαιρνες μία ζεστή σοκολάτα ή έναν ζεστό καφέ. Και από την άλλη πλευρά, εδώ θα έπαιρνες έναν Freddo και όχι ζεστό καφέ.

Οπότε είναι επίσης… στην πραγματικότητα είναι ένα καλό παράδειγμα της κουλτούρας, γιατί μίλησα με τον αδερφό μου σήμερα και μου είπε ότι είχαν 11 ή 12 βαθμούς και βροχερό καιρό στην Κοπεγχάγη σήμερα, ενώ εδώ τώρα βρισκόμαστε μεταξύ 30 και 40 βαθμών συνεχώς. Και αυτή είναι επίσης μία μεγάλη διαφορά στην οποία πρέπει να συνηθίσεις».

-Έχετε κάποια χόμπι εκτός ποδοσφαίρου;

«Έχω. Όπως είπα, είμαι πολύ κοινωνικός, οπότε μου αρέσει να έχω φίλους στο σπίτι για φαγητό. Μαγειρεύω πολύ, για να είμαι ειλικρινής. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ».

-Άρα ίσως αν κερδίσετε το πρωτάθλημα με τον Παναθηναϊκό, θα πρέπει να μαγειρέψετε στους παίκτες σας;

«Ίσως. Ίσως να τους αρέσει, γιατί στην πραγματικότητα, για να είμαι ειλικρινής, είμαι καλός μάγειρας».

-Το αγαπημένο σας; Αυτό που κάνετε καλύτερα;

«Θα έλεγα ότι είμαι από τον Βορρά, οπότε προφανώς η νέα σκανδιναβική κουζίνα, η γαλλική μπιστρό κουζίνα. Αλλά επίσης τώρα, μετά τη μετακόμισή μου στην Αθήνα, λατρεύω όλα τα φρέσκα ψάρια και τα θαλασσινά που μπορείς να βρεις».

-Εντάξει, επιστρέφουμε στον Παναθηναϊκό. Προκριθήκατε στη League Phase του Conference League, αλλά όχι χωρίς δυσκολίες. Ποια είναι η απάντησή σας στην κριτική για κάποιες από τις εμφανίσεις της ομάδας μέχρι τώρα;

«Νομίζω ότι η κριτική είναι μέρος του ποδοσφαίρου. Δεν μπορείς να περιμένεις όταν πηγαίνεις σε έναν νέο σύλλογο, και ειδικά όχι σε έναν σύλλογο του μεγέθους του Παναθηναϊκού, ότι αν παίξεις καλά όλοι θα είναι χαρούμενοι.

Αν παίξεις καλά και χάσεις, κανείς δεν θα είναι χαρούμενος. Αν παίξεις χάλια και χάσεις, κανείς δεν θα είναι χαρούμενος. Και αν στα προκριματικά παίξεις λίγο ασταθώς, μπορούμε να πούμε… είχαμε κάποιες κορυφές.

Είχαμε κάποια πραγματικά καλά πρώτα 30 λεπτά απέναντι στη Σόφια εντός έδρας, 70 πραγματικά καλά λεπτά απέναντι στη Χράντετς εντός έδρας, αλλά είχαμε και πτώσεις στην απόδοσή μας. Τότε είναι δίκαιο να υπάρχει κριτική. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι ίσως αυτή είναι μία από τις δυνάμεις μου, ότι αποδέχομαι πως υπάρχει.

Είναι μέρος του ποδοσφαίρου. Δεν το παίρνω προσωπικά. Απλώς συνεχίζεις και θα κάνω ό,τι μπορώ για να κάνω την ομάδα να βελτιωθεί. Αλλά δεν θα… είναι σημαντικό για μένα, αλλά δεν θα άλλαζα κάτι.

Νομίζω ότι πάρα πολλοί, και είναι το ίδιο και στη χώρα από την οποία προέρχομαι, υποτιμούν τα προκριματικά. Την πίεση που υπάρχει, τις ομάδες που πρόκειται να αντιμετωπίσεις, και εγώ δεν θα το άλλαζα ποτέ.

Θα δώσω απλώς ένα παράδειγμα. Την ίδια ημέρα που εμείς προκριθήκαμε στο Conference League στην Τσεχία απέναντι στην τέταρτη καλύτερη ομάδα της Τσεχίας, η Ρέιντζερς αποκλείστηκε από την πέμπτη ομάδα της Τσεχίας. Οπότε δεν θα άλλαζα ποτέ αυτή την κατάσταση. Για μένα τα προκριματικά είναι θέμα ενός πράγματος, και αυτό είναι να περάσεις. Και αν δεν περάσεις, δεν έχεις πετύχει. Τελεία».

-Πότε περιμένετε η ομάδα να φτάσει στο επίπεδο στο οποίο θέλετε να βρίσκεται;

«Είναι δύσκολο να πω. Δεν νομίζω ότι μπορώ να σου δώσω μία ξεκάθαρη απάντηση σε αυτό. Νομίζω ότι όταν κλείσει η μεταγραφική περίοδος σε μερικές ημέρες στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και λίγο αργότερα στην Ελλάδα, και μπορείς να καθίσεις στα αποδυτήρια, να κοιτάξεις γύρω σου και να πεις: “ Εντάξει, εμείς είμαστε”.

Αυτά είναι τα αποδυτήρια που πρέπει να είναι μαζί στις καλές και στις κακές περιόδους. Νομίζω ότι όλα θα γίνουν ευκολότερα. Δεν είναι εύκολο να είσαι παίκτης. Δεν είναι εύκολο να είσαι προπονητής σε αυτό το σημείο της μεταγραφικής περιόδου, όπου από τη μία πλευρά πρέπει να ανταγωνίζεσαι. Πρέπει να παίζεις παιχνίδια τα οποία πρέπει να κερδίσεις.

Και από την άλλη πλευρά πρέπει να βγάλεις παίκτες από την ομάδα και πρέπει να φέρεις παίκτες στην ομάδα. Και νομίζω ότι με τον καλό παλιό σου… έχω τον μεγαλύτερο, μεγαλύτερο σεβασμό για τον Άνταμ Τσέριν, για όσα έκανε σε αυτόν τον σύλλογο για τέσσερα χρόνια.

Αλλά ήταν μία καλή πρόταση για εκείνον και για τον Παναθηναϊκό. Και γι’ αυτό έφυγε για να ζήσει νέες εμπειρίες, αφού έδωσε το απόλυτο καλύτερό του… μπαίνοντας στην πέμπτη του σεζόν. Αλλά φυσικά όλοι μπορούσαμε να δούμε πως θα ωφελούσε τον Παναθηναϊκό να έχουμε και εκείνον και τον Τουμπά στον πάγκο απέναντι στην Χράντετς όταν μπήκαμε στην παράταση.

Είναι απλώς ένα παράδειγμα του παζλ που υπάρχει. Υπάρχουν παιχνίδια προκριματικών που πρέπει να κερδηθούν, αλλά από την άλλη πλευρά υπάρχει επίσης μία μεγαλύτερη εικόνα, όπου πρέπει να φέρεις και να απομακρύνεις παίκτες. Και απλώς λέω ότι δεν είναι εύκολο να αποδίδεις μέσα σε αυτό. Αλλά αυτό ήταν το πλάνο από την αρχή και νομίζω ότι ολόκληρος ο σύλλογος έχει κάνει εξαιρετική δουλειά τις τελευταίες έξι εβδομάδες».

-Κόουτς, γνωρίζετε ότι 16 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα για τον Παναθηναϊκό είναι μεγάλο χρονικό διάστημα. Πώς μπορείτε να είστε ο προπονητής που θα οδηγήσει ξανά τον σύλλογο στην κορυφή;

«Ξεκινάω λέγοντας ότι καταλαβαίνω πως η πίεση είναι τεράστια, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθώ ότι ο πόνος 16 ετών θα γίνει η πίεση των παικτών μου και της ομάδας μου. Θα υπάρχει πίεση στον Ετιέν Καμαρά και ήδη υπάρχει, αλλά εκείνος δεν είχε καμία απολύτως επιρροή στα 16 χρόνια πόνου.

Οπότε για μένα το θέμα είναι να αποδεχθούμε ότι υπάρχει πίεση, αλλά επίσης να κρατήσουμε μία απόσταση από αυτή την πίεση και να εξηγήσουμε σε εσάς, αλλά και στους παίκτες, ότι όλες οι προσδοκίες που υπάρχουν εδώ και πάρα, πάρα, πάρα πολλά χρόνια σε αυτόν τον σύλλογο βρίσκονται στους ώμους μας, χωρίς εμείς να έχουμε οποιαδήποτε επιρροή σε όσα προηγήθηκαν.

Και αυτό είναι απλώς κάτι με το οποίο πρέπει να μάθουμε να ζούμε. Νομίζω ότι το ελληνικό πρωτάθλημα είναι δυνατό, αλλά επίσης πιστεύω ότι έχουμε τη δυνατότητα να γίνουμε μία πολύ, πολύ δυνατή ομάδα. Δεν θα κάτσω εδώ να πω όλα τα ωραία λόγια. Απλώς ξέρω ότι αν κάνουμε τα πράγματα σωστά, θα έχουμε μία δίκαιη ευκαιρία να το διεκδικήσουμε στο τέλος. Και αυτός είναι ο στόχος και αυτό είναι που θα κάνουμε τα πάντα για να πετύχουμε».

-Δουλεύετε καθημερινά με το επιτελείο του Παναθηναϊκού και επίσης με τον Στέφανο Κοτσόλη, τον τεχνικό διευθυντή…

«Καλή συνεργασία μέχρι στιγμής. Όχι μόνο με τον αθλητικό διευθυντή, αλλά επίσης με το δανέζικο και το ελληνικό επιτελείο. Νομίζω ότι έχουμε εφαρμόσει τις ιδέες μας και τον καθημερινό ρυθμό. Είμαι βαθιά εντυπωσιασμένος από το ελληνικό επιτελείο, από ανθρώπους που βρίσκονται εδώ… πολλοί από αυτούς βρίσκονται εδώ και πάρα, πάρα πολλά χρόνια.

Μέχρι στιγμής η συνεργασία μεταξύ εμένα και του αθλητικού διευθυντή, του επιτελείου, των βοηθών μου και… δεν μου αρέσει να το αποκαλώ δανέζικο και ελληνικό επιτελείο, αλλά του επιτελείου που βρίσκεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια, νομίζω ότι λειτουργεί σε υψηλό επίπεδο».

-Έχετε δει ίσως φωτογραφίες από το νέο γήπεδο του Παναθηναϊκού; Τι πιστεύετε γι’ αυτό;

«Στην πραγματικότητα τώρα θα σου πω ένα μυστικό που θα μεταδοθεί στην τηλεόραση, γιατί κανείς δεν το ξέρει. Είχα έναν φίλο εδώ πριν από δύο εβδομάδες και μου είπε: “ Θέλω να δω το νέο γήπεδο”.

Και προσπάθησα να του εξηγήσω ότι το νέο γήπεδο δεν είναι έτοιμο, ότι είναι σε δέκα μήνες, ξέρεις. Αλλά επέμενε και είπα: “ Εντάξει”. Οπότε πήραμε το αυτοκίνητο και οδηγήσαμε μέχρι το νέο γήπεδο, στρίψαμε αριστερά και υπήρχε ένας φύλακας. Και περίμενα λίγο, ξέρεις, ότι θα γνώριζε πως είμαι ο προπονητής, αλλά προφανώς δεν είχε καμία σχέση με το ποδόσφαιρο.

Οπότε επέμενε: “ Δεν μπορείτε να μπείτε, δεν μπορείτε να μπείτε, δεν μπορείτε να μπείτε”. Και εγώ είπα: “ Γεια σας, είμαι…” Ξέρεις, μπήκα στο Google και έβαλα “ Τζέικομπ Νίστρουπ”. “ Αυτός είμαι εγώ, είμαι ο προπονητής”. Αλλά νόμιζε ότι έλεγα ψέματα και προσποιούμουν τον… εαυτό μου»

-Αλλά στο τέλος μπήκατε και είδατε το νέο γήπεδο. Σας άρεσε;

«Ναι, προφανώς. Μπορείς να δεις τα σχέδια, ξέρεις, και να δεις πώς πρόκειται να είναι. Και νομίζω επίσης, για να είμαι ειλικρινής, ότι ίσως αυτό είναι και το τελευταίο βήμα που πρέπει να κάνουμε ως σύλλογος. Να έχουμε ένα γήπεδο που είναι το σπίτι μας.

Λάτρεψα το φιλικό παιχνίδι που είχαμε στη Λεωφόρο. Ήταν… ξέρεις, απλώς ένιωθες την ιστορία. Και όσο κι αν αγαπάμε επίσης το Ολυμπιακό Στάδιο, προφανώς θα είναι μεγάλο πλεονέκτημα για τον Παναθηναϊκό όταν μετακομίσουμε στο νέο μας γήπεδο. Προφανώς και θα είναι».

-Τελευταία ερώτηση. Ποιο είναι το μήνυμά σας προς τους οπαδούς του Παναθηναϊκού, οι οποίοι έχουν πολύ υψηλές προσδοκίες για αυτή τη σεζόν;

«Πρέπει να έχουν υψηλές προσδοκίες και πρέπει να απαιτούν πολλά. Την ημέρα που δεν θα υπάρχουν υψηλές προσδοκίες από τον Παναθηναϊκό, κάτι θα είναι λάθος. Να στηρίζουν την ομάδα όσο καλύτερα μπορούν.

Να μας κρίνουν, να μας κρίνουν αυστηρά για την προσπάθεια που κάνουμε, αλλά να αποδεχθούν ότι θα υπάρχουν κάποιες εμφανίσεις εδώ κι εκεί, επειδή τα πράγματα δεν είναι ούτε κατά διάνοια πλήρως συγχρονισμένα, τέλεια ακόμα. Εκεί είναι που χρειαζόμαστε επίσης τη βοήθειά τους. Μπορώ απλώς να υποσχεθώ ότι θα κάνουμε το απόλυτα, απόλυτα, απόλυτα καλύτερο που μπορούμε. Όλοι μας».

Σχόλια
Σχολίασε εδώ
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Αθλητικά
Ακολουθήστε το Νewsit.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλη την ειδησεογραφία και τα τελευταία νέα της ημέρας
Αθλητικά: Περισσότερα άρθρα