Προσθήκη του newsit.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Η απόφαση της ΕΚΤ την Πέμπτη για μια επιπλέον αύξηση των επιτοκίων κατά 0,25%, όπως προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε στο τελευταίο σημείωμα στα Οικονοκλαστικά, δεν έχει σκοπό να αλλάξει τα πράγματα με τον πληθωρισμό, γιατί δεν μπορεί, λόγω της φύσης «αυτής» της πληθωριστικής πίεσης. Ήταν όμως μια απόφαση που προσπαθεί να πείσει ότι η ΕΚΤ παραμένει Κεντρική Τράπεζα και αντιδρά στον πληθωρισμό των τιμών όπως «είθισται», δηλαδή με αύξηση του (επιτοκιακού) κόστους του χρήματος.

Σε ένα «κόσμο» όμως που κυριαρχεί η «μόχλευση» σαν βασικός τρόπος χρηματοδότησης κάθε επενδυτικής και παραγωγικής διαδικασίας, αυτό, η αύξηση δηλαδή του κόστους του χρήματος σημαίνει δύο πράγματα.

Το ένα είναι ότι οι νέες επενδύσεις θα κοστίζουν περισσότερο και οι παλιές για να αναχρηματοδοτήσουν τα χρέη τους θα πρέπει επίσης να πληρώσουν μεγαλύτερους τόκους.

Το ίδιο και για τα νοικοκυριά. Το κόστος της καθημερινής επιβίωσης αυξάνεται όσο και το κόστος αναχρηματοδότησης των χρεών των νοικοκυριών που έτσι κι αλλιώς στις πλέον ανεπτυγμένες οικονομίες στηρίζεται επίσης στην «μόχλευση» (δάνεια και κάρτες) των εισοδημάτων τους.

Για να το (ξανα)πούμε με απλά λόγια, η ΕΚΤ έκανε δυσκολότερη την πρόσβαση στο «υλικό» με το οποίο κινείται η οικονομία – το χρήμα – και με όσα συμπληρωματικά είπε για το τι θα συμβεί με την ενεργειακή κρίση και τις τιμές των τροφίμων, έδωσε να καταλάβουμε ότι θα ξανακάνει το ίδιο άλλες δύο φορές πιθανώς μέχρι το τέλος του έτους. Κατα τους αναλυτές των μεγάλων τραπεζών που την παρακολουθούσαν αυτό σημαίνει άλλες δύο αυξήσεις επιτοκίων τουλάχιστον κατά 0,5% συνολικά.

Με το οικονομικό περιβάλλον να είναι στην κατάσταση που περιγράφουμε, το να γίνουν άλλες δύο αυξήσεις επιτοκίων, δεν σημαίνει κατά συνέπεια, τίποτα άλλο από το ότι η ΕΚΤ σκοπεύει να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα όσο αφορά την οικονομία και την επιβίωση των νοικοκυριών…

Προσοχή ! Αυτό στο οποίο αναφερόμαστε, αφορά σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον που επίσης κάτι άλλο σημαντικό συμβαίνει και δεν πρέπει να αγνοήσουμε.

Η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας προειδοποιεί ότι η αύξηση του κόστους του χρήματος όσο αφορά το ιαπωνικό νόμισμα, το γιέν, θα συνεχιστεί με νέες αυξήσεις επιτοκίων από την BoJ. Θα πει κανείς και τι μας αφορά εμάς τι κάνει το… γιέν;

Το πόσο μας αφορά μας το «εξηγεί» η πρόσφατη οικονομική ιστορία, σύμφωνα με την οποία τις τελευταίες δεκαετίες, ακόμα και μετά την κρίση του 2008, η χρηματοδότηση της παγκόσμιας οικονομίας και ειδικά της αμερικανικής αλλά και της ευρωπαϊκής στηρίχθηκε στο πολύ «φθηνό» γιέν το οποίο εκτός του ότι βοηθούσε το εμπορικό πλεόνασμα της Ιαπωνίας, αποτελούσε και την βασική πηγή δανεισμού «φθηνού» χρήματος για επενδύσεις στα διεθνή χρηματιστήρια αλλά και – κυρίως – στο αμερικανικό χρέος.

Μια αστεία ως προς το μέγεθος πτυχή αυτής της ιστορίας είναι και το γνωστό πρόβλημα των ελλήνων δανειοληπτών με τα περιβόητα (στεγαστικά και μη) δάνεια σε γιέν την δεκαετία του ‘80, που ακόμα παιδεύει πολύ κόσμο…

Σε συνθήκες λοιπόν που φαίνεται να «στερεύει», ή τουλάχιστον να δυσκολεύει πολύ, μία από τις σημαντικότερες τις τελευταίες δεκαετίες (από την δεκαετία του ’80 και την Συμφωνία στο Plaza) πηγή χρηματοδότησης για την παγκόσμια οικονομία, το «φθηνό» γιέν που έχει τροφοδοτήσει το carry trade στα ομόλογα, οι κεντρικές τράπεζες και ειδικά η ΕΚΤ έρχεται να αυξήσει και την βασική «εγχώρια» νομισματική βάση χρηματοδότησης, αυτή του Ευρώ.

Και είναι η δεύτερη φορά μέσα σε λίγο χρόνο.

Θα μπορούσε να πεί κανείς βλέποντας την γενική εικόνα και την επιλογή της ΕΚΤ, ότι οι «κάνουλες» αρχίζουν να… κλείνουν, σε ένα οικονομικό περιβάλλον, που και μόνο η ανάγκη αναχρηματοδότησης του ήδη υπάρχοντος χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού γίνεται ακόμα μεγαλύτερη από πριν.

Για τα «δικά» μας υπάρχει μία ιδιαιτερότητα που μπορεί να δημιουργήσει… παρεξηγήσεις. Πράγματι η συγκυρία φαίνεται να μας βρίσκει… προστατευμένους απέναντι σ’ αυτό το κύμα χρηματοδοτικής ασφυξίας, καθώς τα δύο τρίτα του δημόσιου χρέους είναι ρυθμισμένα (Ιούνιος 2018) και το υπόλοιπο ένα τρίτο όσο αφορά το δημόσιο χρέος υπερκαλύπτεται από τα «αποθεματικά», εξού και οι προπληρωμές χρέους κόντρα στο ρεύμα.

Ακόμα περισσότερο η «προίκα» των 36 – 37 δις του Ταμείου Ανάκαμψης από τις Βρυξέλλες στην κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια έχει υπερκαλύψει τις τρέχουσες ανάγκες στο «πάνω» μέρος της οικονομίας των μεγάλων επενδυτικών έργων, αλλά και πολλών «προγραμμάτων» που αγγίζουν έμμεσα την κοινωνική πολιτική προς τα «κάτω».

Όμως αυτή η «εξαίρεση» τελείωσε τον Αύγουστο και τα υπόλοιπα (σε δάνεια από το Ταμείο) είναι επίσης σε φάση εξάντλησης.

Τι γίνεται από εκεί και… «κάτω»; Δηλαδή στο «κάτω» κομμάτι της οικονομίας, αυτό που αφορά στην καθημερινή επιβίωση μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκυριών; Τι θα γίνει με τα χιλιάδες «προγράμματα» που θα δουν την κοινοτική χρηματοδότησή τους να σβήνει σιγά – σιγά και μερικές φορές απότομα (σε κάποια έχει ήδη αρχίσει αυτή η διαδικασία);

Αυτές οι «ρυθμίσεις» που αναφέραμε για το κρατικό χρέος υπάρχουν αλλά τα «έξτρα» ταμεία είτε τελειώνουν είτε δεν θα υπάρχουν σε λίγο για να αντιμετωπισθεί το «κύμα» ασφυξίας, που έρχεται. Ένα κύμα ασφυξίας το οποίο οι τράπεζες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα μετακυλήσει προς τα «κάτω» χωρίς δεύτερη κουβέντα…

Η ΕΚΤ ξέρουμε τι θα κάνει τουλάχιστον με βάση αυτά που ανακοίνωσε την Πέμπτη, όπως και όλα όσα είπε ή παρέλειψε σκόπιμα να πει η κα Λαγκάρντ.

Το θέμα είναι τι θα κάνει η Κυβέρνηση για το «κάτω» κομμάτι της οικονομίας. Τα όσα εξαγγέλθηκαν στην ΔΕΘ ασφαλώς δεν αποτελούν απάντηση σ’ αυτό το «τσουνάμι» που έρχεται και για να είμαστε ειλικρινείς ούτε θα μπορούσε να είναι.

Μία πρώτη «ιδέα» ίσως την δούμε στο σχέδιο Προϋπολογισμού που θα κατατεθεί μέσα στον Οκτώβρη, αλλά και πάλι είναι δύσκολο, γιατί μέσα σ’ αυτό το σχέδιο θα αναγνωρίζει κανείς τις «στρεβλώσεις» που προκαλεί η επικείμενη εκλογική αναμέτρηση όπως φαίνεται την άνοιξη του 2027.

Αλλά μέχρι τότε, αν η κα Λαγκάρντ ξέρει τι λέει, το «τσουνάμι» θα είναι ήδη προ των θυρών…