Τον τελευταίο μήνα, η Γαλλία – όχι τόσο παρασκηνιακά – παίρνει πρωτοβουλίες για να γίνει η ευρωπαϊκή δύναμη που θα πρωτοστατήσει στην συλλογική ασφάλεια της Γηραιάς Ηπείρου, βάζοντας στο προσκήνιο τα πυρηνικά όπλα που διαθέτει, καθώς οι ευρωατλαντικές σχέσεις είναι σε κρίση και η αμερικανική «ομπρέλα προστασίας» υπό αμφισβήτηση.
Η Ευρώπη έχει βασιστεί στα αμερικανικά πυρηνικά όπλα για την αποτροπή της Σοβιετικής Ένωσης και μετέπειτα της Ρωσίας από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και σήμερα, ωστόσο οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τον ρόλο αυτό, υπό την διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, με αποτέλεσμα η Γαλλία να αναδεικνύεται ως η πυρηνική δύναμη που θα καλύψει το «κενό».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Εξάλλου, αυτό είναι το κεντρικό θέμα της, ιστορικής όπως διαφαίνεται, ομιλίας του Εμανουέλ Μακρόν την ερχόμενη Δευτέρα (02.03.2026) με το Ελιζέ διόλου τυχαία να τονίζει ότι ο Γάλλος πρόεδρος θα αναφερθεί στον ρόλο της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής στην συλλογική ασφάλεια της Ευρώπης και των κοινών ασκήσεων σε αυτόν τον εξαιρετικά ευαίσθητο τομέα της εθνικής κυριαρχίας.
Η γαλλική πυρηνική αποτροπή είναι το αποτέλεσμα μεγάλων επιστημονικών και χρηματοδοτικών προσπαθειών επί δεκαετίες για την διασφάλιση της προστασίας των γαλλικών ζωτικών συμφερόντων από το 1964.
Η έννοια της αποτροπής
Βασική ιδέα είναι να πεισθεί ο εχθρός ότι η Γαλλία είναι σε θέση να του προκαλέσει καταστροφές μη αποδεκτές σε τέτοιο βαθμό ώστε η επίθεση κατά των ζωτικών συμφερόντων της Γαλλίας να χάσει το νόημά της.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος και μία χώρα δεν μπορούν να πεθάνουν παρά μία φορά, η αποτροπή υπάρχει από την στιγμή που κάποιος έχει τα μέσα για να καταφέρει ενδεχόμενο θανάσιμο πλήγμα στον αντίπαλό του, ο ίδιος είναι πολύ αποφασισμένος και ο άλλος είναι επίσης πολύ πεπεισμένος» ως προς αυτό, συνόψιζε το 1964 ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ, ο πολιτικός αρχιτέκτονας της γαλλικής αποτροπής.
Ο δεύτερος στόχος είναι η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας κινήσεων της Γαλλίας στην υπεράσπιση των συμφερόντων της.
Απευθύνεται προς κράτη που είτε κατέχουν είτε όχι πυρηνικά όπλα. Ετσι, μία επίθεση με συμβατικά όπλα κατά των γαλλικών συμφερόντων μπορεί να πυροδοτήσει μία γαλλική πυρηνική απάντηση.
Η πυρηνική αποτροπή προστατεύει τα ζωτικά συμφέροντα της Γαλλίας τα οποία δεν είναι ακριβώς καθορισμένα για να παραμένει σε αβεβαιότητα ο αντίπαλος.
Με το πέρασμα των χρόνων, διαδοχικοί πρόεδροι της Γαλλίας είχαν εξηγήσει επανειλημμένως ότι αυτά τα ζωτικά συμφέροντα της Γαλλίας είχαν ευρωπαϊκή διάσταση.
Το γαλλικό στρατηγικό δόγμα προβλέπει την επιλογή της «προειδοποίησης». Αν ο αντίπαλος σφάλει ως προς τον προσδιορισμό των γαλλικών ζωτικών συμφερόντων, η Γαλλία μπορεί να στείλει αυτήν την «προειδοποίηση», η φύση της οποίας δεν έχει καθορισθεί, ώστε να επιτραπεί στον αντίπαλο να αναθεωρήσει τους υπολογισμούς του και να αποφύγει να περάσει το κατώφλι του πυρηνικού πολέμου.
Τα μέσα
Η γαλλική αποτροπή στηρίζεται στην εξισωτική ισχύ του ατόμου: το όπλο είναι τόσο καταστροφικό που δεν απαιτείται να κατέχει κανείς μεγάλο αριθμό πυρηνικών όπλων, ακόμη και απέναντι σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο.
Η Γαλλία έχει στην κατοχή της περί τις 300 πυρηνικές κεφαλές και ως προς τον αριθμό τους βρίσκεται πολύ πίσω από την Ρωσία, της ΗΠΑ και την Κίνα.
Οι πυρηνικές αυτές κεφαλές μπορούν να τοποθετηθούν σε διηπειρωτικούς πυραύλους θαλάσσης-εδάφους που εκτοξεύονται από τα τέσσερα υποβρύχια που συγκροτούν την Ωκεάνια Στρατηγική Δύναμη της Γαλλίας (FOST) ή σε πυραύλους αέρος-εδάφους που εκτοξεύονται από αεροσκάφη Rafale και συγκροτούν τις Αεροπορικές Στρατηγικές της Δυνάμεις.
Από την δεκαετία του 1990, η Γαλλία δεν διαθέτει χερσαίες στρατηγικές δυνάμεις, δηλαδή πυραύλους εδάφους-εδάφους.
Αντίθετα με το Ηνωμένο Βασίλειο, μόνη άλλη ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη, η οποία όμως εξαρτάται από τα αμερικανικά υλικά, η Γαλλία είναι κυρίαρχη σε ολόκληρη την αλυσίδα της αποτροπής, από την σύλληψή της μέχρι την υλοποίησή της.
Η απαρχή, ο Ιούνιος 1940 και το Σουέζ
Το γαλλικό στρατηγικό πρόγραμμα γεννήθηκε μέσα από ιστορικές ταπεινώσεις. Στην αρχή, η στρατιωτική κατάρρευση του Ιουνίου 1940 κατά της ναζιστικής Γερμανίας και στην συνέχεια δύο επεισόδια της δεκαετίας του 1950 έπεισαν την Γαλλία να μην υπολογίζει παρά στις δικές της δυνάμεις.
Η ήττα στην Ντιέν Μπιέν Φου το 1954 και κυρίως η επιχείρηση του Σουέζ το 1956, όπου η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ισραήλ, υπό το κράτος απειλής μέσω μηνύματος που περιλάμβανε πυρηνικό υπαινιγμό εκ μέρους της Σοβιετικής Ενωσης, δεν υποστηρίχθηκαν από τον αμερικανό σύμμαχό τους και εγκατέλειψαν την επιχείρηση ανάληψης του ελέγχου της Διώρυγας του Σουέζ.
Στις 26 Δεκεμβρίου 1954, ο πρωθυπουργός Πιερ Μεντές Φρανς αποφασίζει την εκκίνηση διακριτικού προγράμματος κατασκευής ατομικών όπλων και υποβρυχίων εξοπλισμένων με εκτοξευτές πυραύλων.
Ο στρατηγός Ντε Γκωλ, που ανέβηκε στην εξουσία το 1958, δίνει νέα πνοή στο σχέδιο. Το 1960 πραγματοποιείται η πρώτη πυρηνική δοκιμή στην έρημο της Αλγερίας.
Στις 8 Οκτωβρίου 1964 τίθενται για πρώτη φορά σε επιχειρησιακή ετοιμότητα οι Στρατηγικές Αεροπορικές Δυνάμεις, η αεροπορική συνιστώσα της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής. Έκτοτε οι Γάλλοι προστατεύονται από την εθνική πυρηνική ομπρέλα.
Τιτάνια προσπάθεια
Η ανάπτυξη ενός τέτοιου προγράμματος απαιτεί επιστημονικές ικανότητες αιχμής και πολύ μεγάλες δαπάνες. Κατά την περίοδο 1961-1967, η οικονομική προσπάθεια για την ανάπτυξη του πυρηνικού όπλου πολλαπλασιάσθηκε επί 5 και πέρασε από το 0,2% στο 1% του ΑΕΠ.
Το 2025, η Γαλλία αφιέρωσε περί τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ στην πυρηνική αποτροπή (περίπου το 0,2% του ΑΕΠ).
Μετά την τελευταία γαλλική πυρηνική δοκιμή το 1995, η Γαλλία χρησιμοποιεί την προσομοίωση που στηρίζεται σε τρεις ικανότητες αιχμής: την γαλλοβρετανική εγκατάσταση Epure του CEA Valduc για την διασφάλιση της αξιοπιστίας των όπλων, το λέιζερ Mégajoule που επιτρέπει τις εργασίες για την σύντηξη και τις πολύ ισχυρές ικανότητες επιστημονικού υπολογισμού από το Commissariat à l’énergie atomique (CEA).