Μέχρι πρόσφατα, ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ, Ναφτάλι Μπένετ θεωρούνταν η προσωπικότητα της αντιπολίτευσης με τις περισσότερες πιθανότητες να αμφισβητήσει την κυριαρχία του Μπενιαμίν Νετανιάχου στις κάλπες του φθινοπώρου (σσ το αργότερο έως τις 27 Οκτωβρίου 2026).Ωστόσο, ένας νέος παίκτης έχει εισέλθει δυναμικά στο πολιτικό σκηνικό: ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού, του οποίου το νεοσύστατο κόμμα Yashar! («Ίσια!» ή «Ευθεία!») καταγράφει εντυπωσιακή άνοδο στις δημοσκοπήσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας του Ισραήλ, KAN, το κόμμα του Άιζενκοτ φαίνεται να εξασφαλίζει 21 έδρες στην Κνεσέτ, μόλις δύο λιγότερες από το «Λικούντ» του Μπενιαμίν Νετανιάχου, που συγκεντρώνει 23. Την ίδια στιγμή, ο κοινός εκλογικός συνασπισμός του Μπένετ και του Γιαΐρ Λαπίντ, με την ονομασία «Together», εμφανίζεται να περιορίζεται στις 17 έδρες. Αρκετές ακόμη μεγάλες δημοσκοπήσεις στο Ισραήλ καταγράφουν παρόμοια εικόνα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η φθορά του Νετανιάχου
Η άνοδος του Άιζενκοτ συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η εικόνα του Νετανιάχου ως εγγυητή της ασφάλειας του Ισραήλ δείχνει να αποδυναμώνεται.
Η συμφωνία που προώθησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ με το Ιράν προκάλεσε αντιδράσεις στην ισραηλινή κοινή γνώμη και άφησε τον Νετανιάχου πολιτικά εκτεθειμένο. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόλις το 11% των Ισραηλινών θεωρεί πως η χώρα βγήκε νικητής από τον πόλεμο, ενώ το 52% πιστεύει ότι οι χειρισμοί του Νετανιάχου έβλαψαν τα ισραηλινά συμφέροντα στο πλαίσιο της αμερικανοϊρανικής συμφωνίας.
Παράλληλα, έρευνα του τηλεοπτικού δικτύου Channel 12 κατέγραψε ότι το 58% των πολιτών θεωρεί πως ο επόμενος πρωθυπουργός δεν θα πρέπει να είναι ο Νετανιάχου.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Γιατί δεν απέδωσε η συμμαχία Μπένετ – Λαπίντ
Όταν ο Μπένετ και ο Λαπίντ ανακοίνωσαν τον Απρίλιο τη συνεργασία τους, πολλοί πίστεψαν ότι θα δημιουργούσαν έναν ισχυρό πόλο απέναντι στον Νετανιάχου. Αντίθετα, η δημοτικότητά τους άρχισε να υποχωρεί.
Το φαινόμενο αυτό επιβεβαιώνει μια διαχρονική πραγματικότητα της ισραηλινής πολιτικής: όταν ενώνονται δύο πολιτικοί, δεν ενώνονται απαραίτητα και οι ψηφοφόροι τους.
Ο Μπένετ εκπροσωπεί τη θρησκευτική και εθνικιστική δεξιά, έχοντας επί χρόνια αντιταχθεί στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Αντίθετα, ο Λαπίντ προέρχεται από τον κοσμικό κεντρώο χώρο και έχει κατά καιρούς υποστηρίξει τη λύση των δύο κρατών.
Ως αποτέλεσμα, μέρος των δεξιών ψηφοφόρων του Μπένετ φαίνεται να αντιμετωπίζει με καχυποψία τη συνεργασία του με τον Λαπίντ, θεωρώντας ότι τον μετακινεί πολιτικά προς τα αριστερά.
Ο στρατηγός από το Εϊλάτ
Ο Άιζενκοτ εμφανίζεται ως μια διαφορετική πολιτική πρόταση: ένας κεντρώος πολιτικός με έντονο προφίλ ασφάλειας και χωρίς τις παραδοσιακές πολιτικές διαδρομές των αντιπάλων του. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Εϊλάτ και είναι γιος Μαροκινών μεταναστών.
Σε αντίθεση με πολλούς πολιτικούς ηγέτες της χώρας, δεν υπηρέτησε στην επίλεκτη μονάδα ειδικών επιχειρήσεων Σαγιερέτ Ματκάλ, όπως ο Νετανιάχου και ο Μπένετ. Ξεκίνησε τη στρατιωτική του σταδιοδρομία στη Ταξιαρχία Γκολάνι, μία από τις παλαιότερες και πιο μάχιμες του ισραηλινού στρατού, και ανέβηκε σταδιακά όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας μέχρι να αναλάβει τη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου το 2015.
Η πολιτική του καριέρα είναι σχετικά πρόσφατη. Εισήλθε στην πολιτική το 2022 μέσω του κόμματος Εθνική Ενότητα του Μπένι Γκαντζ και το 2025 αποχώρησε για να ιδρύσει το Yashar!.
Η προσωπική τραγωδία που τον σημάδεψε
Για πολλούς Ισραηλινούς, η δημόσια εικόνα του Άιζενκοτ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις προσωπικές απώλειες που υπέστη κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα.
Ο γιος του, Γκαλ Άιζενκοτ, σκοτώθηκε το 2023 σε μάχες στη Γάζα, ενώ δύο ανιψιοί του έχασαν επίσης τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Τον Μάιο του 2025 ο Άιζενκοτ τοποθετήθηκε δημόσια για πρώτη φορά σχετικά με το Παλαιστινιακό.
Σε συνέντευξή του στο Channel 12 δήλωσε ότι ένα παλαιστινιακό κράτος «δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή μετά την 7η Οκτωβρίου», υπογραμμίζοντας ότι οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται σταδιακά και από θέση ισχύος.
Οι δηλώσεις αυτές τον τοποθετούν σε μια πιο επιφυλακτική στάση από εκείνη που παραδοσιακά εκφράζει η ισραηλινή κεντροαριστερά, γεγονός που του επιτρέπει να απευθύνεται σε ευρύτερο ακροατήριο.
Τα κακά αγγλικά και η απάντηση στον Νετανιάχου
Μία από τις πιο συχνές επικρίσεις που δέχεται είναι ότι δεν έχει ευχέρεια στα αγγλικά.
Η απάντηση του Άιζενκοτ ήταν αιχμηρή:
«Πού ήταν τα εξαιρετικά αγγλικά του Νετανιάχου στις 7 Οκτωβρίου; Πού είναι τα εξαιρετικά αγγλικά του σήμερα, όταν οι σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται στο χειρότερο σημείο τους;»
Παρά τη δημοσκοπική άνοδο του Άιζενκοτ, η ανατροπή του Νετανιάχου απέχει ακόμη πολύ από το να θεωρείται δεδομένη.
Ο Νετανιάχου έχει κερδίσει έξι εκλογικές αναμετρήσεις από το 1996 και διαθέτει βαθιά πολιτική εμπειρία και ισχυρό κομματικό μηχανισμό.
Επιπλέον, στο ισραηλινό πολιτικό σύστημα δεν αρκεί ένα κόμμα να αναδειχθεί πρώτο. Για να σχηματιστεί κυβέρνηση απαιτείται κοινοβουλευτική πλειοψηφία τουλάχιστον 61 εδρών στην 120μελή Κνεσέτ, γεγονός που καθιστά αναγκαίες τις συνεργασίες μεταξύ διαφορετικών κομμάτων.
Προς το παρόν, ο βασικός αντίπαλος του Άιζενκοτ στον χώρο της αντιπολίτευσης παραμένει ο Μπένετ. Ωστόσο, και οι δύο έχουν καταστήσει σαφές ότι ο κοινός τους στόχος είναι η απομάκρυνση του Νετανιάχου από την εξουσία.
Όταν ρωτήθηκε αν θα έκανε πίσω υπέρ του Άιζενκοτ εφόσον αυτό ήταν απαραίτητο για τον σχηματισμό κυβέρνησης, ο Μπένετ απάντησε χαρακτηριστικά: «Θα κάνω οτιδήποτε χρειαστεί για να αντικατασταθεί αυτή η πολύ κακή κυβέρνηση. Δεν θα επιτρέψω στον εγωισμό να σταθεί εμπόδιο».