Τζέφρι Επστάιν. Και μόνο στο άκουσμα του ονόματος, κάνει κανείς αποκλειστικά αρνητικούς συνειρμούς. Ο Αμερικανός χρηματιστής και καταδικασμένος παιδόφιλος έχει μείνει στην ιστορία για τη δημιουργία ενός τεράστιου κυκλώματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης και trafficking ανηλίκων – από το 1994 έως το 2004 – με θύματα δεκάδες νεαρά κορίτσια. Η δράση του έχει απασχολήσει εκτενώς τη διεθνή δικαιοσύνη και συνεχίζει να αποκαλύπτεται μέσα από τα συνεχιζόμενα δικαστικά αρχεία.
Ο Τζέφρι Επστάιν βρέθηκε νεκρός στο κελί του στη Νέα Υόρκη του 2019, ενώ περίμενε να οδηγηθεί ενώπιον της δικαιοσύνης για τα εγκλήματά του. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι ο θάνατός του ήταν αυτοκτονία.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η υπόθεση του Επστάιν έχει απασχολήσει εκτενώς τη διεθνή δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο νέων αποκαλύψεων, καθώς δικαστικά έγγραφα και καταθέσεις συνεχίζουν να έρχονται στο φως, φωτίζοντας σταδιακά πτυχές ενός από τα πιο σκοτεινά σκάνδαλα της σύγχρονης εποχής.
Στα διαβόητα αρχεία περιλαμβάνονται πολιτικοί, καλλιτέχνες, γαλαζοαίματοι: ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο πρώην πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, ο ιδρυτής της Microsoft Μπιλ Γκέιτς, ο Έλον Μασκ, ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ και ο ηθοποιός Γούντι Άλεν. Ο πρώην πρίγκιπας Άντριου του Ηνωμένου Βασιλείου και η πριγκίπισσα Μέτε-Μάριτ της Νορβηγίας.
Πριν το όνομά του συνδεθεί με ένα από τα πιο σοκαριστικά σκάνδαλα της σύγχρονης ιστορίας, ο Τζέφρι Επστάιν ήταν ένα παιδί που μεγάλωνε σε μια φαινομενικά ήσυχη, προστατευμένη γειτονιά της Νέας Υόρκης. Σήμερα, μέσα από δικαστικά έγγραφα, παλιές μαρτυρίες και συνεντεύξεις με ανθρώπους που τον γνώρισαν από κοντά, επιχειρείται μια δύσκολη – και συχνά αμφιλεγόμενη – προσπάθεια: να εντοπιστούν τα πρώτα ίχνη μιας προσωπικότητας που αργότερα θα προκαλούσε ανατριχίλα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το ερώτημα που επανέρχεται συνεχώς είναι απλό, αλλά αναπάντητο: Μπορεί η παιδική ηλικία να εξηγήσει ένα ενήλικο «τέρας»;
Το παιδί που το έλεγαν «Bear»
Ο Επστάιν μεγάλωσε από την ηλικία των 6 ετών στο Sea Gate, μια κοινότητα στο Κόνι Άιλαντ. Η περιοχή λειτουργούσε σχεδόν σαν ιδιωτικός κόσμος: πύλες, φύλακες και αυστηρός έλεγχος πρόσβασης δημιουργούσαν μια αίσθηση ασφάλειας αλλά και αποκοπής από την υπόλοιπη Νέα Υόρκη.