Σήμα κινδύνου για τις πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη, αλλά και για τις επόμενες κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), στέλνουν κορυφαία στελέχη της, καθώς η άνοδος των τιμών ενέργειας κρατά τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο του 2%.
Παρά την διαφορά απόψεων εντός των τειχών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάθε μέλος της επισημαίνει ότι ο πληθωρισμός δημιουργεί τεράστια προβλήματα στην καθημερινότητα και ταυτόχρονα θέτει σε αμφιβολία το μέλλον.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο κεντρικός τραπεζίτης της Κροατίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Άντε Ζίγκμαν, προειδοποίησε ότι η αποτυχία να τεθεί ο πληθωρισμός υπό έλεγχο θα μπορούσε τελικά να πλήξει την ίδια την οικονομική ανάπτυξη.
«Πρέπει πραγματικά να προσέξουμε τον πληθωρισμό, ο οποίος στο τέλος μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ανάπτυξη», δήλωσε ο Ζίγκμαν σε συνέντευξή του στο Bloomberg, υπογραμμίζοντας ότι τα ισχυρότερα του αναμενομένου στοιχεία για την ανάπτυξη το δεύτερο τρίμηνο δεν επιτρέπουν εφησυχασμό.
Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη κινείται πλέον πάνω από το 3%, αρκετά υψηλότερα από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ, ενώ η νέα άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξάνει τον κίνδυνο να ενταθούν οι πληθωριστικές πιέσεις τους επόμενους μήνες.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Στο τραπέζι τρεις ακόμη αυξήσεις επιτοκίων
Η ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει τα επιτόκια για δεύτερη φορά από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, με το επιτόκιο καταθέσεων να βρίσκεται πλέον στο 2,5%.
Οι αγορές, σύμφωνα με το Bloomberg, προεξοφλούν τουλάχιστον τρεις ακόμη αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε το κόστος δανεισμού αρκετά πάνω από το λεγόμενο ουδέτερο επίπεδο, δηλαδή το σημείο στο οποίο η νομισματική πολιτική ούτε ενισχύει ούτε περιορίζει την οικονομική δραστηριότητα.
Ωστόσο, στο εσωτερικό της ΕΚΤ δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία για το πόσο μακριά θα πρέπει να φτάσει η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, έχει υποστηρίξει ότι μπορεί να χρειαστεί μια ήπια περιοριστική πολιτική, ενώ ο εκτελεστικός διευθυντής της ΕΚΤ Πιέρο Τσιπολόνε έχει προειδοποιήσει για τον κίνδυνο υπερβολικής σύσφιξης.
Ο Ζίγκμαν, από την πλευρά του, υποβαθμίζει τη σημασία του ακριβούς υπολογισμού του «ουδέτερου» επιτοκίου. Όπως ανέφερε, το βασικό για την ΕΚΤ είναι να διασφαλίσει ότι όλοι οι δείκτες του πληθωρισμού βρίσκονται υπό έλεγχο.
Παρά την άνοδο των τιμών, υπάρχει ένα στοιχείο που προς το παρόν λειτουργεί ως «φρένο» στις πιο επιθετικές κινήσεις της ΕΚΤ, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πληροφορίες. Οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένες με την ενέργεια και τη γεωπολιτική, χωρίς να έχουν μετατραπεί σε ευρύτερη πληθωριστική δυναμική.
Οι μισθολογικές πιέσεις παραμένουν περιορισμένες και, σύμφωνα με τον Ζίγκμαν, δεν υπάρχουν ακόμη σημαντικές ενδείξεις για επιπτώσεις δεύτερου γύρου.
Ακριβώς στο ίδιο σημείο στάθηκε σήμερα (17.9.2026) και ο Όλι Ρεν. Ο διοικητής της Τράπεζας της Φινλανδίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ δήλωσε στο Λονδίνο ότι δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις πως η ενεργειακή κρίση έχει αρχίσει να μεταδίδεται σε άλλους τομείς της οικονομίας μέσω των μισθών και των τιμών.
Ο Ρεν υπογράμμισε ότι η αγορά εργασίας της ευρωζώνης δεν εμφανίζει σήμερα την ίδια ένταση που είχε καταγραφεί το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την πανδημική κρίση. Παράλληλα, όμως, προειδοποίησε ότι η ΕΚΤ πρέπει να παραμείνει σε εγρήγορση, ώστε οι έμμεσες ή «δεύτερου γύρου» επιπτώσεις να μην αρχίσουν να εμφανίζονται.
Το ενεργειακό σοκ παραμένει
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σύνθετη, καθώς από τη μία πλευρά, η οικονομία της ευρωζώνης έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική από ό,τι αναμενόταν, με την ανάπτυξη του δεύτερου τριμήνου να ξεπερνά τις προβλέψεις.
Από την άλλη, η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους δημιουργεί έναν νέο κίνδυνο για τις τιμές. Εάν η αύξηση του κόστους ενέργειας παραμείνει επίμονη και αρχίσει να μεταφέρεται σε μισθούς, υπηρεσίες και ευρύτερες τιμές, η ΕΚΤ θα βρεθεί αντιμέτωπη με το αν θα προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων ένα πολύ δυσκολότερο δίλημμα: να αυξήσει περαιτέρω τα επιτόκια για να περιορίσει τον πληθωρισμό, με τίμημα την επιβάρυνση της ανάπτυξης και του δανεισμού.
Ο Ζίγκμαν δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο μιας νέας αύξησης επιτοκίων και στην επόμενη συνεδρίαση, τονίζοντας ότι θα υπάρξει «πολύ εντατική συζήτηση» και ότι η απόφαση θα εξαρτηθεί από τα οικονομικά στοιχεία που θα είναι διαθέσιμα τότε.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η ΕΚΤ δεν πρόκειται να κινηθεί με βάση τις προσδοκίες των αγορών.
«Οι αγορές πάντα κάνουν υποθέσεις και έχουν τις προσδοκίες και τη λογική τους. Εμείς δεν θα πάρουμε την απόφασή μας με βάση τις προσδοκίες της αγοράς», ανέφερε.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει ένα αρκετά επιθετικό μονοπάτι αυξήσεων, για την ΕΚΤ, όμως, το κρίσιμο στοιχείο θα είναι αν το ενεργειακό σοκ θα παραμείνει περιορισμένο στον πληθωρισμό ή αν θα αρχίσει να μεταδίδεται στην υπόλοιπη οικονομία.
Προς το παρόν, ο Ρεν και ο Ζίγκμαν περιγράφουν μια οικονομία που αντέχει, αλλά έναν πληθωρισμό που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Το ερώτημα για την ΕΚΤ είναι πλέον αν η ενεργειακή κρίση θα σταματήσει εκεί ή αν θα εξελιχθεί σε ευρύτερη και πιο επίμονη πληθωριστική πίεση.