Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πολύ ισχυρότερη θέση από ό,τι λίγα χρόνια πριν και πληροί όλες τις προϋποθέσεις ώστε να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που δημιουργούνται από τον μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας, σύμφωνα με τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, που σημειώνει πάντως ότι η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και η νέα ενεργειακή κρίση αναμένεται να επιβαρύνουν τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης στην Ευρώπη το 2026.
Μιλώντας στην γενική συνέλευση της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, ο Γιάννης Στουρνάρας εξήγησε ότι η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα, επηρεάζει αρνητικά την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, περιορίζει την εγχώρια ζήτηση και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ, στηρίζοντας τη διαδικασία σύγκλισης των πραγματικών εισοδημάτων. Ειδικότερα, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται σε 1,9% το 2026 και το 2027, και σε 2,0% το 2028.
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους εκτιμάται ότι θα προκαλέσει δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές τόσο των υπηρεσιών όσο και των βιομηχανικών αγαθών, ενώ ο πληθωρισμός των ειδών διατροφής αναμένεται να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, αντανακλώντας κυρίως την αύξηση του ενεργειακού κόστους σε όλα τα στάδια της παραγωγικής και εφοδιαστικής αλυσίδας. Ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται σε 3,8% το 2026, από 2,9% το 2025, πριν υποχωρήσει σε 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028, καθώς αναμένεται σταδιακή εξασθένιση των πιέσεων στις τιμές της ενέργειας και των ειδών διατροφής.
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο πρωτογενές πλεόνασμα και στον λόγο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ που συνέχισε την καθοδική του πορεία, υποχωρώντας στο 146,1% το 2025 από 154,2% το 2024, και κατέγραψε τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Τραπεζικός τομέας
Για τις τράπεζες τόνισε ότι η ισχυροποίηση των θεμελιωδών μεγεθών του τραπεζικού συστήματος έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για περαιτέρω διεύρυνση των δραστηριοτήτων των ελληνικών τραπεζών που καλούνται να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, εφαρμόζοντας συνετά πιστοδοτικά κριτήρια, αξιοποιώντας την ισχυρή τους θέση ρευστότητας και ενισχύοντας περαιτέρω την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Με τον τρόπο αυτό θα συνεχίσουν να στηρίζουν τις επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη, συμβάλλοντας παράλληλα στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Αναφορικά με τις Κεντρικές Τράπεζες του Ευρωσυστήματος δίνεται εμφάνιση στα σταθερά κρυπτονομίσματα (stablecoins), όπου απαιτείται έγκαιρη προσαρμογή της μορφής του χρήματος των κεντρικών τραπεζών, των συστημάτων πληρωμών που ελέγχονται από αυτές, αλλά και του ρυθμιστικού-εποπτικού περιβάλλοντος. Οι νέες μεγάλες προκλήσεις για τις Κεντρικές Τράπεζες του Ευρωσυστήματος αφορούν ειδικότερα:
- Την καθιέρωση του ψηφιακού ευρώ, συμπληρωματικά προς τα μετρητά και τα υφιστάμενα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμών, το οποίο θα παρέχει στους πολίτες και στις επιχειρήσεις μια ασφαλή και αξιόπιστη ψηφιακή μορφή χρήματος κεντρικής τράπεζας.
- Τη σύνδεση των υπηρεσιών εκκαθάρισης συναλλαγών του συστήματος TARGET, δηλαδή του διευρωπαϊκού αυτοματοποιημένου συστήματος πληρωμών, με τη νέα Τεχνολογία Κατανεμημένου Καθολικού (Distributed Ledger Technology – DLT), για τη διευκόλυνση των συναλλαγών χονδρικής.
- Τη διασύνδεση και συνεργασία των συστημάτων πληρωμών του Ευρωσυστήματος με εκείνα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και άλλων χωρών εκτός Ευρώπης, όπως π.χ. η Ινδία, για τη διευκόλυνση των διασυνοριακών συναλλαγών.
- Την εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης στις ίδιες τις κεντρικές τράπεζες, αλλά και στους εποπτευόμενους από αυτές χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας των επενδύσεων
Καταληκτικά, ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές καθώς σε εγχώριο επίπεδο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, οι δημογραφικές πιέσεις, οι ελλείψεις δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας, η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, οι δυσκολίες πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή κατοικία και οι αδυναμίες στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης. Παράλληλα, το ακόμα υψηλό δημόσιο χρέος, το επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η συνακόλουθη αρνητική διεθνής επενδυτική θέση της χώρας καθώς και ο πληθωρισμός, που εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αποτελούν παράγοντες που επιβάλλουν συνεχή προσοχή.
Ως εκ τούτου είναι σημαντική η βελτίωση της ποιότητας των επενδύσεων. Η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων και η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων θα πρέπει να κατευθυνθούν σε τομείς υψηλής παραγωγικότητας που αυξάνουν γρήγορα το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας, όπως η βιομηχανία, η έρευνα και η καινοτομία, οι ψηφιακές τεχνολογίες, η τεχνητή νοημοσύνη, οι ενεργειακές υποδομές, η πράσινη μετάβαση και οι εξωστρεφείς κλάδοι υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, η περαιτέρω ενδυνάμωση του ανθρώπινου κεφαλαίου, μέσω της αναβάθμισης των δεξιοτήτων και της στενότερης διασύνδεσης της εκπαίδευσης και της έρευνας με τις ανάγκες της παραγωγής, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας.
Οι πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις αναδεικνύουν επίσης την ανάγκη για στενότερη ευρωπαϊκή συνεργασία. Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, σε συνδυασμό με αποτελεσματικότερους κοινούς ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, θα ενισχύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, θα διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και θα αυξήσουν τη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.