Τη διαφορετική πορεία ανάμεσα στις τιμές στο ηλεκτρικό ρεύμα από τη μια και στο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών από την άλλη, μαρτυρά νέα έκθεση του ευρωπαϊκού ρυθμιστή, ACER, που καλύπτει τα τελευταία επτά χρόνια.
Η σύγκριση λαμβάνει υπόψη το κόστος του ίδιου του ρεύματος (δίχως τέλη και φόρους) για τους οικιακούς καταναλωτές και το πως εξελίχθηκε από το 2019 μέχρι πέρυσι από χώρα σε χώρα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όπως προκύπτει, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούσαν το 2025 το υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματος έναντι σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, με 3,9% ή 746 ευρώ ετησίως. Η χώρα μας ισοβαθμεί στην πρώτη θέση μαζί με την Τσεχία.
Ο συγκεκριμένος λόγος ανέβηκε κατά 0,3% στα χρόνια που μεσολάβησαν, ενώ σε 11 άλλες αγορές είχε αρνητικό πρόσημο και σε οκτώ θετικό.
Όλα αυτά ενώ το κόστος προμήθειας του ρεύματος σε ευρώ ανά κιλοβατώρα ενισχύθηκε μέσα σε επτά χρόνια κατά 8,8 λεπτά ονομαστικά ή κατά 4,6 λεπτά εφόσον συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αν συγκρίνουμε την Ελλάδα με τις υπόλοιπες χώρες στο πόσο ενισχύθηκε το κόστος, προκύπτει ότι είμαστε κάπου στη μέση του καταλόγου.
Εν ολίγοις, το χαμηλό εισόδημα αποτελεί βασική αιτία που μας φέρνει ψηλά στον ευρωπαϊκό κατάλογο, εκτός από τις ίδιες τις τιμές του ρεύματος. Μάλιστα, τα στοιχεία αφορούν το περσινό έτος, όταν οι τιμές είχαν μειωθεί αισθητά σε σύγκριση με τα χρόνια της κρίσης (2022-23).
Τέλος, ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που παρέχει ο ACER είναι η απόσταση που χωρίζει την τιμή χονδρικής από την τιμή λιανικής. Στην Ελλάδα η απόκλιση ήταν πέρυσι 64 ευρώ/MWh και αποτελεί την τρίτη υψηλότερη πανευρωπαϊκά μετά την Ιρλανδία (101 ευρώ) και την Ιταλία (73 ευρώ).