Υπό καθεστώς μεγάλης πίεσης βρίσκονται οι εργαζόμενοι στον τραπεζικό τομέα, καθώς εκτιμούν ότι έχουν περιορισμένη ανταμοιβή, σε σχέση με τις ανάγκες και τις ευθύνες της θέσης εργασίας, συστηματική και συχνά μη αμειβόμενη υπέρβαση του κανονικού ωραρίου.
Οι εργαζόμενοι στον τραπεζικό τομέα νιώθουν πως βρίσκονται υπό καθεστώς μεγάλης πίεσης, σύμφωνα με κοινή έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ και της ΟΤΟΕ, με τη συμμετοχή 4.452 εργαζομένων στις τράπεζες οι οποίοι νιώθουν επαγγελματική εξουθένωση λόγω ευθυνών και ωραρίου και τα χαμηλά επίπεδα εργασιακής ικανοποίησης.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σύμφωνα με την έρευνα για την ποιότητα εργασίας στον τραπεζικό κλάδο, περισσότεροι από 8 στους 10 εργαζόμενους δηλώνουν ότι ο φόρτος εργασίας έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω έλλειψης προσωπικού ή αναδιοργάνωσης (84,3%), ενώ πάνω από 8 στους 10 αναφέρουν ότι εργάζονται συχνά υπό πίεση χρόνου και με απαιτητικές προθεσμίες (83,8%).
Σχεδόν 8 στους 10 θεωρούν ότι η γνώμη τους δεν λαμβάνεται υπόψη στις αποφάσεις της τράπεζας για την εργασία τους (77,5%), σχεδόν 7 στους 10 κρίνουν ότι ο μισθός τους δεν είναι επαρκής σε σχέση με τις ευθύνες της θέσης τους (67,4%) και περίπου 7 στους 10 δηλώνουν ότι δεν λαμβάνονται ενεργά μέτρα πρόληψης της εργασιακής εξουθένωσης (69,2%).
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στη συνολική αξιολόγηση της εργασίας, καθώς σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι δηλώνουν καθόλου ή λίγο ικανοποιημένοι από την εργασία τους (49,5%), ενώ 4 στους 10 δηλώνουν ότι θα αναζητούσαν εργασία εκτός τράπεζας με βάση τα μισθολογικά και ποιοτικά δεδομένα της σημερινής τους εργασίας (40,9%).
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο αυξημένος φόρτος εργασίας ως κανονικότητα
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο εργασιακός φόρτος, οι προθεσμίες, οι στόχοι και οι διαρκείς αναδιαρθρώσεις δεν λειτουργούν ως αποσπασματικοί παράγοντες δυσκολίας, αλλά συγκροτούν έναν πυρήνα εντατικοποίησης της καθημερινής εργασίας. Η ποιότητα της εργασίας επηρεάζεται άμεσα όταν οι απαιτήσεις αυξάνονται, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση του διαθέσιμου προσωπικού και των μηχανισμών υποστήριξης.
Αμοιβές και ωράριο
Προβληματίζει η έλλειψη αναγνώρισης, η ανεπάρκεια μισθών σε σχέση με ανάγκες και ευθύνες της θέσης και η συστηματική και συχνά μη αμειβόμενη υπέρβαση του κανονικού ωραρίου, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας.
Η μισθολογική δυσαρέσκεια δεν αφορά μόνο το ύψος των αποδοχών. Συνδέεται με την αίσθηση ότι οι ευθύνες, η απόδοση, η διαθεσιμότητα, ακόμη και η υπέρβαση του ωραρίου, δεν αναγνωρίζονται επαρκώς. Η ψηφιακή κάρτα εργασίας εμφανίζεται να μην αρκεί από μόνη της για την ουσιαστική αντιμετώπιση της μη αμειβόμενης υπέρβασης του συμβατικού ωραρίου.
Σχεδόν 7 στους 10 εργαζόμενους θεωρούν ότι ο μισθός τους δεν είναι επαρκής σε σχέση με τις ευθύνες της θέσης τους, περίπου 2 στους 3 αμφισβητούν τη διαφάνεια στην κατανομή των μπόνους και των ανταμοιβών απόδοσης και περισσότεροι από 6 στους 10 δηλώνουν ότι δεν αμείβονται δίκαια σε σύγκριση με συναδέλφους σε αντίστοιχες θέσεις.
Περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους αναφέρουν ότι ο μισθός τους δεν καλύπτει τις βασικές τους ανάγκες και σχεδόν οι μισοί (45,2%) δηλώνουν ότι συχνά εργάζονται εκτός ωραρίου χωρίς πρόσθετη αμοιβή (45,2%) και λιγότεροι από 1 στους 4 (20,2%) θεωρούν ότι η ψηφιακή κάρτα εργασίας έχει βελτιώσει την πληρωμή των υπερωριών τους.
Εξουθένωση στο εργασιακό περιβάλλον
Το εργασιακό περιβάλλον εμφανίζει δύο όψεις, καθώς η ισχυρή συναδελφικότητα συνυπάρχει με προβληματικές συμπεριφορές, υψηλή ένταση και πολύ χαμηλή θετική αξιολόγηση των μέτρων πρόληψης της εξουθένωσης. Η συνολική ικανοποίηση και η πρόθεση αναζήτησης εργασίας εκτός τράπεζας δείχνουν ότι η ποιότητα της εργασίας επηρεάζει άμεσα τη σχέση των εργαζομένων με την εργασία και την προοπτική παραμονής τους.
Περίπου 7 στους 10 εργαζόμενους δηλώνουν ότι η τράπεζα δεν λαμβάνει ενεργά μέτρα πρόληψης της εργασιακής εξουθένωσης και μόνο 7 στους 100 συμφωνούν ότι λαμβάνονται ενεργά μέτρα πρόληψης του burnout.
Περισσότεροι από 8 στους 10 δηλώνουν ότι έχουν καλές σχέσεις με τους συναδέλφους τους, ενώ οι μισοί εργαζόμενοι έχουν υπάρξει μάρτυρες αποκλεισμού, παρενόχλησης ή τοξικής συμπεριφοράς και 4 στους 10 δηλώνουν ότι έχουν υπάρξει οι ίδιοι θύματα αποκλεισμού, παρενόχλησης ή τοξικής συμπεριφοράς.
Σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι (49,5%) δηλώνουν καθόλου ή λίγο ικανοποιημένοι από την εργασία τους και το 40,9% δηλώνει ότι σίγουρα ή μάλλον θα αναζητούσαν άλλη εργασία
Περιορισμένη συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων
Η περιορισμένη συμμετοχή στις αποφάσεις αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της «Ποιότητας Εργασίας». Οι οργανωτικές και τεχνολογικές αλλαγές φαίνεται να γίνονται αντιληπτές μέσα σε κλίμα χαμηλής εμπιστοσύνης, αβεβαιότητας και ανεπαρκούς προστασίας.
Όταν οι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν ουσιαστικά στον σχεδιασμό των αλλαγών που επηρεάζουν την εργασία τους, η τεχνολογική μετάβαση δεν βιώνεται αυτονόητα ως ευκαιρία. Χαρακτηριστικό είναι πως σχεδόν 8 στους 10 εργαζόμενους (77,5%) θεωρούν ότι η γνώμη τους δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων της τράπεζας που αφορούν την εργασία τους.
Περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι δεν συμμετέχουν σε αποφάσεις που επηρεάζουν την εργασία τους (51,4%) και σχεδόν οι μισοί θεωρούν ότι η τράπεζα δεν παρέχει επαρκή προστασία από ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες συγχωνεύσεων ή αναδιοργανώσεων (48,1%).
Μόνο το 33,4% εκτιμά ότι η τεχνολογία, η ψηφιοποίηση, η αυτοματοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσουν θετικά την εργασία του και το 21,6% βλέπει δυνατότητες εξέλιξης στην τράπεζα