Ακόμη μία απόδειξη ότι η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γαστρονομία, ήρθε από το αμερικανικό περιοδικό Eater. Το άρθρο του παρατηρεί ότι όλο και περισσότερα εστιατόρια στις ΗΠΑ εγκαταλείπουν τις εικόνες, τις αφίσες και τα γραφιστικά που δημιουργούνται από AI, επιλέγοντας χειρόγραφα μενού, πραγματικές φωτογραφίες, ζωγραφισμένες πινακίδες και κάθε τι που προδίδει ανθρώπινη παρουσία. Όχι επειδή ξέχασαν την τεχνολογία, αλλά επειδή συνειδητοποίησαν πως, όταν όλα μοιάζουν τέλεια, τίποτα δεν μοιάζει αληθινό.
Η παρατήρηση αυτή αξίζει να μας απασχολήσει και στην Ελλάδα. Γιατί η εστίαση ήταν ανέκαθεν μια υπόθεση ανθρώπων. Ο μάγειρας, ο σερβιτόρος, ο σομελιέ, ο άνθρωπος που γράφει το μενού με κιμωλία λίγο πριν ανοίξει το εστιατόριο. Κι όμως, μέσα σε ελάχιστους μήνες, τα social media γέμισαν με εικόνες που δεν έχουν περάσει ποτέ από πραγματική κουζίνα. Burger με δώδεκα στρώσεις που στέκονται όρθια αψηφώντας κάθε νόμο της φυσικής, κοκτέιλ που μοιάζουν να φωσφορίζουν από μόνα τους, εστιατόρια που θυμίζουν σκηνικά ταινίας επιστημονικής φαντασίας και όχι χώρους όπου πρόκειται να καθίσεις να φας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το πρόβλημα δεν είναι η AI. Όπως δεν ήταν ποτέ πρόβλημα η φωτογραφική μηχανή, το Photoshop ή το Instagram. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η τεχνολογία χρησιμοποιείται για να αντικαταστήσει την προσωπικότητα αντί να την αναδείξει. Όταν κάθε αφίσα μοιάζει ίδια, κάθε γραμματοσειρά θυμίζει την προηγούμενη και κάθε εικόνα δείχνει σαν να πέρασε από το ίδιο φίλτρο που χρησιμοποιούν χιλιάδες άλλες επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτοφανής ομοιομορφία. Και η γαστρονομία δεν χτίστηκε ποτέ πάνω στην ομοιομορφία.
Το παράδοξο είναι ότι οι καταναλωτές εκπαιδεύονται με ταχύτητα. Πριν από έναν χρόνο, οι περισσότεροι εντυπωσιάζονταν από μια εντυπωσιακή εικόνα που δημιουργήθηκε από υπολογιστή. Σήμερα, αρκετοί την αναγνωρίζουν μέσα σε δευτερόλεπτα. Τα υπερβολικά γυαλιστερά υλικά, οι αφύσικες αντανακλάσεις, τα πιάτα που μοιάζουν περισσότερο με τρισδιάστατα μοντέλα παρά με φαγητό προκαλούν πλέον το αντίθετο αποτέλεσμα: γεννούν δυσπιστία. Κι αυτό είναι απολύτως λογικό. Αν η πρώτη εικόνα που βλέπεις δεν είναι αληθινή, γιατί να πιστέψεις ότι αληθινά είναι όσα ακολουθούν;
Η μεγαλύτερη αξία ενός εστιατορίου δεν βρίσκεται ποτέ στο λογότυπό του. Βρίσκεται στη φιλοξενία, στη συνέπεια, στην ταυτότητά του. Κι όμως, ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις επενδύουν χρόνο στο να μοιάζουν με κάτι που δεν είναι. Σαν να φοβούνται ότι μια πραγματική φωτογραφία ενός πιάτου δεν είναι αρκετή. Σαν να πιστεύουν ότι ο πελάτης θα πειστεί μόνο αν το χταπόδι μοιάζει να φωτογραφήθηκε σε διαστημόπλοιο και το ποτήρι του κρασιού φωτίζεται από πέντε ανύπαρκτους ήλιους.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Υπάρχει, όμως, και μια πιο ουσιαστική διάσταση. Η γαστρονομία που τα τελευταία χρόνια μιλά αδιάκοπα για εντοπιότητα, βιωσιμότητα, μικρούς παραγωγούς, χειροποίητες τεχνικές και αυθεντικότητα, κινδυνεύει να αυτοαναιρεθεί όταν η επικοινωνία της βασίζεται σε εικόνες που δεν έχουν δημιουργηθεί ποτέ από ανθρώπινο χέρι. Είναι κάπως αντιφατικό να υπερασπίζεσαι το ζυμωμένο ψωμί, το κεραμικό πιάτο του τοπικού τεχνίτη και το ελαιόλαδο του μικρού παραγωγού, αλλά να επιλέγεις για τη βιτρίνα σου μια εικόνα που έφτιαξε ένας αλγόριθμος μέσα σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα.
Φυσικά, η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρόκειται να φύγει. Και δεν υπάρχει λόγος να φύγει. Μπορεί να βοηθήσει στην οργάνωση, στην παραγωγή ιδεών, ακόμη και στην επικοινωνία μιας επιχείρησης. Εκείνο που δεν μπορεί να αντικαταστήσει είναι το αποτύπωμα του δημιουργού. Την ατέλεια που κάνει κάτι αναγνωρίσιμο. Το μικρό λάθος που αποδεικνύει ότι πίσω από μια ιδέα υπήρξε άνθρωπος.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της εποχής μας. Όσο πιο εξελιγμένη γίνεται η AI, τόσο περισσότερο αρχίζουμε να εκτιμούμε όσα δεν μπορεί να αντιγράψει. Ένα χειρόγραφο μενού ημέρας, μια φωτογραφία που δεν είναι τέλεια αλλά είναι αληθινή, μια ζωγραφισμένη πινακίδα, ένα λογότυπο που δεν σχεδιάστηκε για να αρέσει στον αλγόριθμο αλλά στους ανθρώπους. Στην προσπάθειά μας να κάνουμε τα πάντα άψογα, ίσως ξεχάσαμε ότι το πιο ισχυρό στοιχείο της εστίασης ήταν ανέκαθεν η αυθεντικότητα. Και αυτή, ευτυχώς, δεν έχει ακόμη βρει τρόπο να αυτοματοποιηθεί.