Τον ρόλο του «ειρηνοποιού» στη Μέση Ανατολή θέλει να παίξει η Ρωσία, η οποία προσπαθεί να αποκλιμακώσει τις εντάσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και στο Ιράν, μετά το χθεσινό (28.01.2026) απειλητικό μήνυμα του Ντόναλντ Τραμπ στην Τεχεράνη.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε σήμερα (29.01.2026) ότι υπάρχει ακόμη χώρος για διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ και προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε χρήση βίας κατά της Τεχεράνης θα έχει επικίνδυνες συνέπειες και θα προκαλέσει χάος σε όλη τη Μέση Ανατολή.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η Ρωσία με αυτόν τον τρόπο «βάζει πλάτη» στο Ιράν αφού ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προέτρεψε την Τεχεράνη να προσέλθει στο τραπέζι και να συνάψει συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα διότι διαφορετικά θα βρεθεί αντιμέτωπο με πιθανή αμερικανική επίθεση.
«Συνεχίζουμε να καλούμε όλες τις πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να απαρνηθούν οποιαδήποτε χρήση βίας για την επίλυση των ζητημάτων. Είναι ξεκάθαρο ότι οι δυνατότητες για διαπραγματεύσεις δεν έχουν εξαντληθεί (…) Οφείλουμε να εστιάσουμε πρωτίστως στους διαπραγματευτικούς μηχανισμούς», δήλωσε ο Πεσκόφ.
«Οποιαδήποτε ενέργεια επιβολής μπορεί μόνον να σπείρει το χάος στην περιοχή και να οδηγήσει σε πολύ επικίνδυνες συνέπειες όσον αφορά την αποσταθεροποίηση του συστήματος ασφαλείας σε ολόκληρη την περιοχή», τόνισε ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η Ρωσία έχει συσφίξει τους δεσμούς της με το Ιράν μετά την έναρξη του πολέμου της στην Ουκρανία και υπέγραψε 20ετή συνθήκη στρατηγικής σύμπραξης με την Ισλαμική Δημοκρατία τον Ιανουάριο του 2025.
«Στον αέρα» η συνθήκη New START
Παράλληλα ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας σημείωσε ότι η Ρωσία εξακολουθεί να περιμένει απάντηση από τις ΗΠΑ στην πρόταση του Πούτιν να παρατείνουν ανεπισήμως για έναν χρόνο τους όρους της τελευταίας εναπομείνασας συμφωνίας για τα πυρηνικά όπλα ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ.
Η εκπνοή της ισχύος της συνθήκης New START στις 5 Φεβρουαρίου 2026 μπορεί να οδηγήσει σε ένα σοβαρό κενό στο νομικό πλαίσιο ρύθμισης των πυρηνικών όπλων.
Η New START, η οποία υπεγράφη από τους προέδρους Μπαράκ Ομπάμα και Ντμίτρι Μεντβέντεφ το 2010 θέτει όρια στα στρατηγικά όπλα που θα χρησιμοποιούσε η κάθε πλευρά για να στοχεύσει τα κρίσιμης σημασίας πολιτικά και στρατιωτικά κέντρα της άλλης στην περίπτωση πυρηνικού πολέμου.
Επίσης περιορίζει τον αριθμό των ανεπτυγμένων στρατηγικών κεφαλών σε 1.550 στην κάθε πλευρά και σε όχι πάνω από 700 τους φορείς τους, χερσαίους πυραύλους, υποβρύχια ή βομβαρδιστικά αεροπλάνα για την εξαπόλυσή τους.
Οι αμερικανικές κυρώσεις στη Lukoil
Παράλληλα ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου χαρακτήρισε παράνομες και απαράδεκτες τις κυρώσεις των ΗΠΑ που ανάγκασαν τη ρωσική εταιρεία πετρελαίου Lukoil να διαθέσει τα περισσότερα από τα περιουσιακά στοιχεία που έχει στο εξωτερικό, αλλά αρνήθηκε να σχολιάσει τη συμφωνία της να τα πουλήσει στην αμερικανική εταιρεία επενδύσεων ιδιωτικών κεφαλαίων Carlyle Group.
«Γνωρίζετε ότι θεωρούμε τις κυρώσεις παράνομες και απαράδεκτες. Αυτή είναι η βάση της θέσης μας», τόνισε ο Πεσκόφ.
«Κατά δεύτερον, αυτές είναι εταιρικές συμφωνίες. Και σε αυτήν την περίσταση δεν μπορούμε να σχολιάσουμε γι’αυτές. Για μας, το πιο σημαντικό πράγμα είναι τα συμφέροντα της ρωσικής εταιρείας να προστατεύονται και να γίνονται σεβαστά», κατέληξε ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας.
Κατά την ίδια συνέντευξη, ο Πεσκόφ αρνήθηκε εξάλλου να σχολιάσει σήμερα πληροφορίες Ρώσων στρατιωτικών μπλόγκερ και ουκρανικών μέσων ενημέρωσης, σύμφωνα με τις οποίες η Ρωσία και η Ουκρανία συμφώνησαν σε μια εκεχειρία στις επιθέσεις της μιας στο ενεργειακό σύστημα της άλλης.