Κόσμος

NYT: Η κρίση των αρχείων Έπσταϊν που «στρίμωξε» τον Τραμπ μέσα στον Λευκό Οίκο

Οι σύμβουλοι του Αμερικανού προέδρου αναζητούσαν τρόπο να ελέγξουν τη ζημιά, ενώ η βάση των Ρεπουμπλικανών ζητούσε πλήρη διαφάνεια
Προσθήκη του newsit.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Σε μία από τις πιο ευαίσθητες αίθουσες του Λευκού Οίκου, το Situation Room, οι στενότεροι συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ συγκεντρώθηκαν το απόγευμα της 17ης Ιουλίου 2025 για να αντιμετωπίσουν μια κρίση που έπαιρνε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ο λόγος για τα αρχεία του Τζέφρι Έπσταϊν.

Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν παρών στη σύσκεψη, όμως το θέμα αφορούσε άμεσα την προεδρία του. Λίγες ημέρες νωρίτερα, το υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI είχαν ανακοινώσει ότι δεν βρέθηκε κάποια «λίστα πελατών» του Τζέφρι Έπσταϊν.

Αντί όμως η ανακοίνωση αυτή να κλείσει την υπόθεση, προκάλεσε οργή, κυρίως μέσα στη βάση του κινήματος MAGA, που επί χρόνια πίστευε ότι υπήρχαν κρυμμένα στοιχεία για ισχυρά πρόσωπα, αναφέρει δημοσίευμα των NYT.

Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη όταν έγινε γνωστό ότι η Wall Street Journal ετοίμαζε δημοσίευμα για τη σχέση του Τραμπ με τον Έπσταϊν. Οι προσπάθειες του προέδρου να σταματήσει το άρθρο δεν απέδωσαν και οι συνεργάτες του έπρεπε πλέον να βρουν έναν τρόπο να δείξουν ότι η κυβέρνηση επιδιώκει διαφάνεια, χωρίς όμως να εκθέσουν τον ίδιο τον Τραμπ.

Στη σύσκεψη συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, στελέχη της επικοινωνιακής ομάδας, νομικοί σύμβουλοι, καθώς και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ο Βανς φέρεται να υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έπρεπε να δώσει στη δημοσιότητα όσο το δυνατόν περισσότερα αρχεία, ακόμη και όσα αναφέρονταν στον πρόεδρο, με το σκεπτικό ότι αργά ή γρήγορα θα αποκαλύπτονταν.

Η βασική πρόταση που τελικά προκρίθηκε ήταν να ζητηθεί από τα ομοσπονδιακά δικαστήρια στη Φλόριντα και τη Νέα Υόρκη η αποσφράγιση καταθέσεων ενόρκων από παλαιότερες υποθέσεις που σχετίζονταν με τον Έπσταϊν. Οι σύμβουλοι εκτιμούσαν ότι τα δικαστήρια πιθανότατα θα αρνούνταν, κάτι που θα επέτρεπε στον Λευκό Οίκο να εμφανιστεί ως υπέρμαχος της διαφάνειας, μεταθέτοντας την ευθύνη στους δικαστές.

Την ίδια ώρα, συζητήθηκε και το ενδεχόμενο να ερωτηθεί εκ νέου η Γκισλέιν Μάξγουελ, η πρώην σύντροφος και συνεργός του Έπσταϊν, η οποία βρισκόταν στη φυλακή. Κάποιοι πρότειναν ακόμη και να δοθεί δημόσια στη δημοσιότητα η κατάθεσή της, εφόσον έλεγε ότι ο Τραμπ δεν είχε εμπλακεί σε παράνομες πράξεις. Η ιδέα όμως να της δοθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα, όπως χάρη ή μείωση ποινής, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις μέσα στην ομάδα.

Η κρίση μεγάλωσε όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο της Wall Street Journal, το οποίο αναφερόταν σε ευχετήρια κάρτα που φέρεται να είχε σταλεί στον Έπσταϊν το 2003 και αποδιδόταν στον Τραμπ. Ο πρόεδρος αρνήθηκε κάθε σχέση με το συγκεκριμένο υλικό και απείλησε με αγωγές, όμως το δημοσίευμα είχε ήδη δώσει νέα ώθηση στην υπόθεση.

Μπροστά στην πίεση, ο Τραμπ ανακοίνωσε δημόσια ότι ζήτησε από την υπουργό Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι να προχωρήσει στη δημοσιοποίηση κάθε σχετικής κατάθεσης ενόρκων, εφόσον το επιτρέψουν τα δικαστήρια. Παράλληλα, επιχείρησε να παρουσιάσει την υπόθεση ως πολιτική επίθεση των Δημοκρατικών εναντίον του.

Στο παρασκήνιο, όμως, η κυβέρνηση εμφανιζόταν βαθιά διχασμένη. Ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ και ο αναπληρωτής του Νταν Μποντζίνο, που στο παρελθόν είχαν καλλιεργήσει προσδοκίες για πλήρη αποκάλυψη των αρχείων Έπσταϊν, βρέθηκαν τώρα αντιμέτωποι με την οργή του ίδιου κοινού που κάποτε τους στήριζε. Η ανακοίνωση ότι δεν υπήρχε «λίστα πελατών» θεωρήθηκε από πολλούς υποστηρικτές του Τραμπ ως προδοσία.

Η ένταση κορυφώθηκε μέσα στο υπουργείο Δικαιοσύνης, με τον Μποντζίνο να κατηγορεί την Παμ Μπόντι ότι χειρίστηκε εξαρχής λάθος την υπόθεση. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, υπήρχαν έντονες διαφωνίες για το αν έπρεπε να δημοσιοποιηθούν περισσότερα στοιχεία ή αν η κυβέρνηση έπρεπε να προσπαθήσει να κλείσει το θέμα το συντομότερο δυνατό.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δεν ήθελε να συνεχιστεί η συζήτηση. Δημόσια χαρακτήριζε την υπόθεση «απάτη» και «ψεύτικη είδηση», ενώ κατηγορούσε ακόμη και πρώην υποστηρικτές του ότι έπεσαν στην παγίδα. Όμως το θέμα δεν έσβηνε. Αντίθετα, άρχισε να προκαλεί ρήγματα ακόμη και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο.

Το Κογκρέσο μπήκε τελικά δυναμικά στην υπόθεση, με Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς βουλευτές να πιέζουν για τη δημοσιοποίηση περισσότερων αρχείων. Η πίεση αυτή οδήγησε στην ψήφιση του Epstein Files Transparency Act, ενός νόμου που απαιτούσε τη δημοσίευση μεγάλου όγκου εγγράφων, χωρίς να αποκρύπτονται στοιχεία για λόγους πολιτικής ή προσωπικής αμηχανίας.

Όταν τελικά άρχισαν να δίνονται στη δημοσιότητα εκατομμύρια σελίδες, το όνομα του Τραμπ, της οικογένειάς του και το Μαρ-α-Λάγκο εμφανίζονταν χιλιάδες φορές μέσα στα αρχεία. Ο Λευκός Οίκος επέμεινε ότι τίποτα από αυτά δεν αποδείκνυε εμπλοκή του προέδρου σε εγκληματικές πράξεις, όμως η πολιτική ζημιά είχε ήδη γίνει.

Η υπόθεση Έπσταϊν εξελίχθηκε σε μια από τις πιο δύσκολες κρίσεις της δεύτερης θητείας Τραμπ. Δεν ήταν απλώς ένα ζήτημα νομικό ή επικοινωνιακό. Ήταν μια υπόθεση που χτύπησε στο πιο ευαίσθητο σημείο της πολιτικής του βάσης: την πεποίθηση ότι η εξουσία κρύβει σκοτεινά μυστικά και προστατεύει ισχυρούς ανθρώπους.

Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ. Για χρόνια είχε χτίσει την πολιτική του εικόνα πάνω στην υπόσχεση ότι θα πολεμήσει το «σύστημα». Όμως στην υπόθεση Έπσταϊν, ένα κομμάτι των ίδιων των υποστηρικτών του άρχισε να τον βλέπει ως μέρος αυτού του συστήματος. Και όσο κι αν προσπάθησε να αλλάξει την ατζέντα, η σκιά του Έπσταϊν παρέμενε πάνω από τον Λευκό Οίκο.

Σχόλια
Σχολίασε εδώ
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Κόσμος
Ακολουθήστε το Νewsit.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλη την ειδησεογραφία και τα τελευταία νέα της ημέρας
Κόσμος: Περισσότερα άρθρα
Η Ουκρανία βομβαρδίζει ρωσικές στρατιωτικές υποδομές κοντά στην Κριμαία – Βίντεο με κεντρική σιδηροδρομική γέφυρα να φλέγεται
Οι γέφυρες που καταστράφηκαν χρησιμοποιούνταν από τις ρωσικές δυνάμεις για τη μεταφορά στρατιωτικού φορτίου και τη συντήρηση στρατευμάτων κατοχής στην Κριμαία
Ουκρανία