Μείωση στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις ρυζιού στη Βόρεια Ελλάδα, που υπολογίζεται σε 22% έως 29%, έχει προκαλέσει το αυξημένο κόστος ενέργειας και εφοδίων αλλά και η είσοδος μεγάλων ποσοτήτων από τρίτες χώρες.
Στα 220.000-240.000 στρέμματα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν εφέτος οι εκτάσεις με ρύζι στη Βόρεια Ελλάδα, όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής, από περισσότερα από 300.000 την προηγούμενη χρονιά.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος EU RICE, η μείωση, που υπολογίζεται σε περίπου 22%-29%, αποδίδεται από τους εκπροσώπους των συνεταιρισμών σε τέσσερις κυρίως πιέσεις: το αυξημένο κόστος ενέργειας και εφοδίων, την υποχώρηση των τιμών του προϊόντος, την είσοδο μεγάλων ποσοτήτων ρυζιού από τρίτες χώρες χωρίς δασμούς και την αδυναμία των ευρωπαϊκών μηχανισμών διασφάλισης να παρέμβουν εγκαίρως.
«Υπάρχει μείωση των εκτάσεων με ρύζι στα 220.000-240.000 στρέμματα φέτος, όταν την προηγούμενη χρονιά ανέρχονταν σε πάνω από 300.000», ανέφερε ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης (ΕΑΣΘ), Κώστας Γιαννόπουλος.
Το κόστος ενέργειας και εφοδίων
Ο πρόεδρος της ΕΑΣΘ, Χρήστος Τσιχήτας, ανέφερε ότι τα λιπάσματα, που κόστιζαν 400-600 ευρώ ανά τόνο, έχουν φτάσει πλέον να πωλούνται στα 800-1.000 ευρώ, ενώ, όπως σημείωσε, «η επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο και η ενίσχυση που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για τα λιπάσματα δεν καλύπτουν το σύνολο των επιβαρύνσεων».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Β΄ Συνεταιρισμού Χαλάστρας, Βασίλειος Κουκουρίκης, «τα 100 λίτρα πετρελαίου κοστίζουν περίπου 220 ευρώ, ποσό αντίστοιχο με την αξία ενός τόνου ρυζιού».
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του κ. Γιαννόπουλου, το κόστος παραγωγής υπερέβη τα έσοδα από τις καλλιέργειες κατά περίπου 30%. «Η ενίσχυση de minimis των 70 ευρώ ανά στρέμμα περιόρισε μέρος της ζημιάς, χωρίς να επαναφέρει την κερδοφορία», είπε χαρακτηριστικά. Από την πλευρά του ο κ. Κουκουρίκης πρόσθεσε ότι η τιμή που έλαβαν οι παραγωγοί φέτος υποχώρησε από τα 0,32 στα 0,25 λεπτά το κιλό που ήταν την περασμένη χρονιά.
Οι εισαγωγές και τα σούπερ μάρκετ
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «EU RICE», οι εισαγωγές ρυζιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθαν σε 1,7 εκατ. τόνους κατά την τελευταία εμπορική περίοδο, με περίπου το 60% να εισάγεται χωρίς δασμούς. Η Καμπότζη και η Μιανμάρ εξήγαγαν συνολικά 550.000 τόνους στην ευρωπαϊκή αγορά με πλήρη δασμολογική απαλλαγή. Από αυτούς, οι 500.000 τόνοι αφορούσαν επεξεργασμένο και συσκευασμένο ρύζι από 5 έως 20 κιλά, γεγονός που επιτείνει την πίεση και στον ευρωπαϊκό κλάδο μεταποίησης.
Η ευρωπαϊκή ρήτρα διασφάλισης, η οποία συμφωνήθηκε στον τριμερή διάλογο της 1ης Δεκεμβρίου 2025, προβλέπει την ενεργοποίηση μέτρων όταν οι εισαγωγές φτάσουν τους 561.000 τόνους. Το όριο αυτό είναι κατά 45% υψηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας, γεγονός που, σύμφωνα με τους παραγωγούς, περιορίζει την αποτελεσματικότητα της ρήτρας: εκτιμούν ότι η αγορά θα έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά πριν ληφθούν μέτρα. Οι Ευρωπαίοι ρυζοπαραγωγοί είχαν προτείνει ως όριο αύξησης το 20%, ενώ η αρχική πρόταση του Συμβουλίου προέβλεπε ενεργοποίηση στους 750.000 τόνους. Όπως επισήμανε ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης (ΕΑΣΘ) οι ευρωπαϊκές εισαγωγές έχουν ήδη φτάσει τους 550.000.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του κ. Τσιχήτα η ελληνική παραγωγή αγγίζει τους 150.000 τόνους, με την εγχώρια κατανάλωση να φτάνει τους 50.000 τόνους. Η υπόλοιπη ποσότητα όπως υπογράμμισε «κατευθύνεται για τις αγορές του εξωτερικού».
Τέλος, όπως επισήμανε ο πρόεδρος της ΕΑΣΘ, Χρήστος Τσιχήτας, η πρόσβαση του ελληνικού ρυζιού στα μεγάλα σούπερ μάρκετ παραμένει δύσκολη, παρότι ο συνεταιρισμός μπορεί να παράγει προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Έθεσε επίσης ζήτημα σαφούς ταυτοποίησης του ελληνικού προϊόντος, σημειώνοντας ότι το «Καρολίνα» και το μακρύσπερμο ρύζι, γνωστό ως «νυχάκι», παράγονται στην Ελλάδα. Μάλιστα, όπως πρόσθεσε, για την προστασία ποικιλιών όπως το «Καρολίνα» έχει κατατεθεί φάκελος προδιαγραφών.